Η Ευρώπη δεν χάνει απλώς ακόμη μία τεχνολογική κούρσα. Επιτρέπει να δημιουργηθεί μπροστά στα μάτια της μια νέα παγκόσμια οικονομία, στην οποία η ίδια κινδυνεύει να είναι πελάτης, καταναλωτής και εξαρτημένος χρήστης. Ο Μάριο Ντράγκι προειδοποιεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει την τελευταία μεγάλη ευκαιρία για την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής παραγωγικότητας. Ωστόσο, την ίδια ώρα που οι ΗΠΑ και η Κίνα επενδύουν με ρυθμούς πολεμικής κινητοποίησης, η ευρωπαϊκή ηγεσία συνεχίζει να συνεδριάζει, να ρυθμίζει, να εκδίδει εκθέσεις και να μεταθέτει τις αποφάσεις. Και ο λογαριασμός αυτής της αδράνειας δεν θα πληρωθεί μόνο από τη σημερινή οικονομία. Θα πληρωθεί από τα παιδιά της Ευρώπης.
Τα βασικά σε 30’’
- Η διαφορά παραγωγικότητας ανά ώρα εργασίας μεταξύ Ευρωζώνης και ΗΠΑ αυξήθηκε από 9 δολάρια το 2018 σε 21 δολάρια το 2025.
- Η γρήγορη υιοθέτηση της AI θα μπορούσε να προσθέτει 0,3 έως 0,4 ποσοστιαίες μονάδες τον χρόνο στην ευρωπαϊκή παραγωγικότητα.
- Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει λιγότερο από το 5% της παγκόσμιας υπολογιστικής ισχύος για AI, έναντι περίπου 75% των ΗΠΑ.
- Η ευρωπαϊκή οικονομία δεδομένων μπορεί να ξεπεράσει τα 800 δισ. ευρώ και το 5% του ΑΕΠ έως το 2030.
- Ο Ντράγκι ζητά μεγάλες ευρωπαϊκές υποδομές, πολυετή συμβόλαια υπολογιστικής ισχύος και κοινοπραξίες επιχειρήσεων.
- Προειδοποιεί ότι η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει AI χωρίς να δημιουργήσει μια νέα τεχνολογική ολιγαρχία.
Η Ευρώπη συζητά – οι άλλοι χτίζουν
Στο νέο άρθρο του στους Financial Times, με τίτλο «Europe’s difficult choices on AI», ο Μάριο Ντράγκι δεν περιγράφει απλώς μία τεχνολογική καθυστέρηση. Περιγράφει έναν κίνδυνο ιστορικής παρακμής.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι άλλο ένα ψηφιακό εργαλείο, μία βελτιωμένη μηχανή αναζήτησης ή μία νέα γενιά λογισμικού. Μετατρέπεται σταδιακά σε βασική υποδομή ολόκληρης της οικονομίας: της βιομηχανίας, των τραπεζών, της ενέργειας, της άμυνας, της υγείας, των μεταφορών, της εκπαίδευσης και της δημόσιας διοίκησης.
Όποιος ελέγχει τα μοντέλα, τα chips, τα data centers και τα δεδομένα δεν θα πουλά απλώς υπηρεσίες. Θα καθορίζει τους όρους λειτουργίας της επόμενης οικονομικής εποχής.
Και σε αυτή την κούρσα η Ευρώπη δεν βρίσκεται απλώς πίσω. Βρίσκεται επικίνδυνα κοντά στο σημείο από το οποίο η επιστροφή θα γίνει εξαιρετικά δύσκολη και πανάκριβη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν σήμερα περίπου το 75% της παγκόσμιας υπολογιστικής ισχύος που χρησιμοποιείται για την τεχνητή νοημοσύνη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει λιγότερο από 5%. Η διαφορά δεν είναι στατιστική λεπτομέρεια. Είναι η αποτύπωση μιας νέας σχέσης ισχύος.
Η Ευρώπη θεσπίζει κανόνες για μια τεχνολογία την οποία αναπτύσσουν, χρηματοδοτούν και ελέγχουν κυρίως άλλοι.
Η παραγωγικότητα έχει γίνει υπαρξιακό ζήτημα
Ο Ντράγκι ξεκινά από τη μεγάλη ευρωπαϊκή πληγή: την παραγωγικότητα.
Το χάσμα παραγωγικότητας ανά ώρα εργασίας μεταξύ της Ευρωζώνης και των Ηνωμένων Πολιτειών διευρύνθηκε από περίπου 9 δολάρια το 2018 σε 21 δολάρια το 2025. Αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική οικονομία δεν αυξάνει απλώς ταχύτερα το ΑΕΠ της. Δημιουργεί πολύ μεγαλύτερη αξία από κάθε ώρα εργασίας, προσελκύει περισσότερα κεφάλαια, πληρώνει υψηλότερους μισθούς και χρηματοδοτεί ευκολότερα τις επόμενες τεχνολογικές επενδύσεις.
Η Ευρώπη, αντιθέτως, προσπαθεί να συντηρήσει ένα ακριβό κοινωνικό μοντέλο με χαμηλή ανάπτυξη, γηράσκοντα πληθυσμό, αυξανόμενες αμυντικές ανάγκες και τεράστιες απαιτήσεις για την ενεργειακή μετάβαση. Αυτή η εξίσωση δεν βγαίνει χωρίς μεγάλη άνοδο της παραγωγικότητας.
Σύμφωνα με τα σενάρια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που επικαλείται ο Ντράγκι, η ταχεία υιοθέτηση της AI θα μπορούσε να προσθέτει από 0,3 έως 0,4 ποσοστιαίες μονάδες τον χρόνο στην αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών. Το ποσοστό μπορεί να μοιάζει μικρό. Σε βάθος δεκαετίας, όμως, μπορεί να κάνει τη διαφορά μεταξύ μιας οικονομίας που αναπτύσσεται και μιας ηπείρου που μοιράζει τη διαρκώς συρρικνούμενη πίτα της.
Μια νέα μορφή οικονομικού αποκλεισμού
Η δραματικότερη προειδοποίηση του Ντράγκι είναι ότι ο αποκλεισμός από την AI, όταν ολόκληρη η οικονομία αρχίσει να στηρίζεται σε αυτήν, θα μπορούσε να έχει συνέπειες αντίστοιχες με τον αποκλεισμό από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Με απλά λόγια: στο μέλλον μια χώρα ή μια επιχείρηση που δεν θα διαθέτει πρόσβαση σε προηγμένα μοντέλα, υπολογιστική ισχύ και ασφαλή δεδομένα θα είναι περίπου τόσο ευάλωτη όσο μια εταιρεία που σήμερα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τράπεζες, δολάρια και διεθνή συστήματα πληρωμών.
Κι όμως, η ευρωπαϊκή ηγεσία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την AI περισσότερο ως κανονιστικό φάκελο παρά ως ζήτημα οικονομικής επιβίωσης.
Στις Βρυξέλλες υπάρχει πάντα χρόνος για μία ακόμη διαβούλευση, μία ακόμη επιτροπή, έναν ακόμη συμβιβασμό μεταξύ των 27 κρατών. Δεν υπάρχει, όμως, χρόνος στην πραγματική οικονομία. Κάθε μήνας καθυστέρησης αυξάνει το τεχνολογικό προβάδισμα των ανταγωνιστών και ενισχύει τα αποτελέσματα δικτύου των ήδη κυρίαρχων πλατφορμών.
Το τελευταίο μεγάλο ευρωπαϊκό όπλο: τα δεδομένα
Η Ευρώπη έχει χάσει έδαφος στα προηγμένα chips, στα μεγαλύτερα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, στο cloud και στη χρηματοδότηση τεχνολογικών κολοσσών. Υπάρχει, όμως, ένας τομέας στον οποίο εξακολουθεί να διαθέτει τεράστιο πλούτο: τα δεδομένα.
Τα ευρωπαϊκά κράτη διαθέτουν δεκαετίες ιατρικών αρχείων, ασφαλιστικών δεδομένων, στατιστικών σειρών, φορολογικών πληροφοριών και στοιχείων της δημόσιας διοίκησης. Η ευρωπαϊκή μεταποίηση παράγει ανεκτίμητα βιομηχανικά δεδομένα από μηχανές, ενεργειακά δίκτυα, εργοστάσια, λιμάνια, αεροδρόμια και εφοδιαστικές αλυσίδες.
Αυτός ο πλούτος μπορεί να τροφοδοτήσει εξειδικευμένα μοντέλα AI για την υγεία, τη βιομηχανία, την ενέργεια, τις μεταφορές και την άμυνα. Μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα ενός ευρωπαϊκού οικοσυστήματος που δεν θα προσπαθεί απλώς να αντιγράψει τις αμερικανικές πλατφόρμες, αλλά θα αξιοποιεί τα πραγματικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της ηπείρου.
Οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ανεβάζουν την αξία της ευρωπαϊκής οικονομίας δεδομένων πάνω από τα 800 δισ. ευρώ έως το 2030, δηλαδή πάνω από το 5% του ΑΕΠ.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι ποιος θα επεξεργάζεται αυτόν τον πλούτο. Εάν τα ευρωπαϊκά δεδομένα αποθηκεύονται σε υποδομές που ελέγχουν ξένοι όμιλοι και αξιοποιούνται μέσω ξένων μοντέλων, η Ευρώπη θα έχει την πρώτη ύλη αλλά όχι το εργοστάσιο. Θα παραδίδει το ψηφιακό της πετρέλαιο και θα αγοράζει πίσω, σε υψηλή τιμή, το τελικό προϊόν.
Data centers: η κρυμμένη καρδιά της μάχης
Για να μετατραπούν τα δεδομένα σε παραγωγικότητα, χρειάζονται τεράστια data centers, προηγμένα chips και άφθονη ηλεκτρική ενέργεια. Εδώ αποκαλύπτεται ακόμη μία ευρωπαϊκή αντίφαση.
Η Ευρώπη θέλει τεχνολογική κυριαρχία, αλλά έχει ακριβότερη ενέργεια από τους βασικούς ανταγωνιστές της. Θέλει data centers, αλλά οι αδειοδοτήσεις καθυστερούν. Θέλει επενδύσεις, αλλά οι τοπικές κοινωνίες δικαιολογημένα ανησυχούν για την κατανάλωση νερού, την επιβάρυνση των ηλεκτρικών δικτύων και την αύξηση του ενεργειακού κόστους.
Και όταν τελικά κατασκευάζονται νέες υποδομές στην Ευρώπη, μεγάλο μέρος τους προορίζεται να εξυπηρετήσει τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς.
Η ύπαρξη ενός data center σε ευρωπαϊκό έδαφος δεν συνεπάγεται αυτομάτως ευρωπαϊκή κυριαρχία. Σημασία έχει ποιος ελέγχει την υποδομή, ποιος κατέχει το λογισμικό, ποιος αποφασίζει για την πρόσβαση και πού καταλήγουν τα κέρδη.
Η πρόταση Ντράγκι: να ενωθεί η ευρωπαϊκή ζήτηση
Ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν κατασκευάζονται αρκετές ευρωπαϊκές υποδομές είναι ο κατακερματισμός της ζήτησης. Εκατομμύρια επιχειρήσεις χρειάζονται υπολογιστική ισχύ, αλλά καθεμία ξεχωριστά δεν μπορεί να προσφέρει τις μακροχρόνιες εγγυήσεις εσόδων που απαιτούν οι επενδυτές.
Ο Ντράγκι προτείνει να συγκεντρωθούν οι ανάγκες μεγάλων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και να μετατραπούν σε πολυετή συμβόλαια αγοράς υπολογιστικής ισχύος. Με αυτόν τον τρόπο θα δημιουργηθεί προβλέψιμη ζήτηση, πάνω στην οποία θα μπορούν να χρηματοδοτηθούν νέα ευρωπαϊκά data centers.
Ως παράδειγμα αναφέρει τη συμφωνία ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων οι ASML, Capgemini και Amadeus, για την αγορά European Compute Units από τη Mistral. Ο στόχος είναι η εξασφάλιση υπολογιστικής δυναμικότητας ενός gigawatt έως το 2030.
Ο μηχανισμός είναι απλός:
- Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεσμεύονται ότι θα αγοράζουν υπολογιστική ισχύ.
- Οι δεσμεύσεις επιτρέπουν τη χρηματοδότηση νέων υποδομών.
- Οι ευρωπαϊκές υποδομές επιτρέπουν την ασφαλέστερη αξιοποίηση των δεδομένων.
- Η αξιοποίηση των δεδομένων αυξάνει τη χρήση της AI.
- Η αυξανόμενη χρήση δημιουργεί νέα ζήτηση, επενδύσεις και ευρωπαϊκά μοντέλα.
Πρόκειται για έναν ενάρετο κύκλο. Σήμερα η Ευρώπη βρίσκεται εγκλωβισμένη στον ακριβώς αντίθετο: λίγες υποδομές, ακριβή πρόσβαση, χαμηλή υιοθέτηση, μικρή ζήτηση και ακόμη λιγότερες επενδύσεις.
AI χωρίς ολιγάρχες – όχι μία ευρωπαϊκή απομίμηση της Silicon Valley
Ο Ντράγκι δεν προτείνει τη δημιουργία ενός κρατικά προστατευόμενου ευρωπαϊκού μονοπωλίου. Επιμένει ότι η συγκεντρωμένη ζήτηση πρέπει να μοιράζεται μεταξύ πολλών προμηθευτών και να ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Διαφορετικά, η Ευρώπη θα μπορούσε να αντικαταστήσει την εξάρτησή της από λίγους αμερικανικούς ομίλους με μια νέα ευρωπαϊκή τεχνολογική ολιγαρχία.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η φορολογία πρέπει να είναι προοδευτική, ώστε ο νέος πλούτος που θα δημιουργήσει η AI να διαχέεται στην κοινωνία. Το ζήτημα δεν είναι μόνο να αυξηθούν τα εταιρικά κέρδη. Είναι να χρηματοδοτηθούν καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες, εκπαίδευση και κοινωνική προστασία σε έναν κόσμο όπου πολλές ειδικότητες θα αλλάξουν ή θα εξαφανιστούν.
Η καταληκτική θέση του είναι ότι η Ευρώπη δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην ανάπτυξη, την κυριαρχία και τις αξίες της. Μπορεί να αποκτήσει AI χωρίς ολιγάρχες.
Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες κληροδοτούν εξάρτηση
Το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι ότι δεν διαθέτει επιστήμονες, επιχειρήσεις, πανεπιστήμια ή κεφάλαια. Διαθέτει όλα τα παραπάνω. Εκείνο που δεν διαθέτει είναι ενιαία εξουσία ικανή να αποφασίσει έγκαιρα και να κινητοποιήσει τους διαθέσιμους πόρους σε κλίμακα αντίστοιχη της πρόκλησης.
Η Ένωση συνεχίζει να λειτουργεί σαν να πρόκειται για μια μεγάλη ειρηνική αγορά σε έναν κόσμο σταθερών κανόνων. Ο κόσμος, όμως, έχει αλλάξει. Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν την AI ως ζήτημα οικονομικής και εθνικής ασφάλειας. Η Κίνα τη συνδέει με τη βιομηχανία, την άμυνα και την κρατική ισχύ. Η Ευρώπη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το θέμα ως άσκηση ισορροπίας μεταξύ κανονισμών και εθνικών αρμοδιοτήτων.
Έτσι δεν χτίζεται κυριαρχία. Έτσι οργανώνεται η εξάρτηση.
Ακόμη χειρότερα, αυτή η εξάρτηση κληροδοτείται στην επόμενη γενιά. Τα σημερινά παιδιά μπορεί να εισέλθουν στην αγορά εργασίας σε μια Ευρώπη που δεν θα ελέγχει τα βασικά εργαλεία παραγωγής της εποχής τους. Θα χρησιμοποιούν πλατφόρμες άλλων, θα πληρώνουν για υπολογιστική ισχύ άλλων και θα δουλεύουν σε επιχειρήσεις που θα εξαρτώνται από αποφάσεις λαμβανόμενες στην Καλιφόρνια ή στην Ασία.
Γιατί έχει σημασία για την Ελλάδα
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να παρακολουθήσει αυτή τη συζήτηση από απόσταση. Μια μικρή οικονομία με χαμηλότερη παραγωγικότητα, περιορισμένη βιομηχανική βάση και διαρροή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού κινδυνεύει να βρεθεί στην περιφέρεια της ευρωπαϊκής περιφέρειας.
Υπάρχουν πεδία στα οποία η χώρα μπορεί να αποκτήσει ρόλο: ενέργεια, ναυτιλία, λιμάνια, τουρισμός, άμυνα, τηλεπικοινωνίες, υγεία και περιφερειακές υποδομές δεδομένων. Αυτό, όμως, απαιτεί πραγματικές επενδύσεις, καθαρό ενεργειακό σχεδιασμό, γρήγορες αδειοδοτήσεις, πανεπιστημιακή έρευνα που συνδέεται με την παραγωγή και χρηματοδότηση επιχειρήσεων που μπορούν να μεγαλώσουν.
Δεν αρκούν οι παρουσιάσεις, τα συνέδρια και οι εξαγγελίες για «κόμβους καινοτομίας». Η AI δεν χτίζεται με δελτία Τύπου. Χτίζεται με ενέργεια, chips, data centers, ανθρώπους, δεδομένα και δισεκατομμύρια κεφάλαια.
Η τελευταία προειδοποίηση πριν από την παρακμή
Ο Ντράγκι έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίζει τον κίνδυνο μιας αργής αγωνίας. Με το νέο του άρθρο εξηγεί ποιος μπορεί να είναι ο μηχανισμός αυτής της παρακμής: η Ευρώπη θα παραμείνει πλούσια σε ανθρώπινο κεφάλαιο, βιομηχανική γνώση και δεδομένα, αλλά φτωχή σε τεχνολογική ισχύ.
Θα παράγει κανόνες, ενώ άλλοι θα παράγουν μοντέλα. Θα προστατεύει δεδομένα, χωρίς να διαθέτει τις υποδομές για να τα αξιοποιήσει. Θα μιλά για κυριαρχία, ενώ θα αγοράζει την τεχνολογία της κυριαρχίας από τρίτους.
Αυτό δεν είναι ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης. Είναι συνταγή ελεγχόμενης υποβάθμισης.
Η Ευρώπη εξακολουθεί να έχει τα μέσα για να αντιδράσει. Δεν έχει, όμως, άπειρο χρόνο. Κάθε χρόνος αδράνειας διευρύνει την απόσταση, αυξάνει το κόστος της επιστροφής και περιορίζει τις επιλογές της επόμενης γενιάς.
Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες οφείλουν να αποφασίσουν τι ακριβώς θέλουν να παραδώσουν στα παιδιά τους: μια ήπειρο που ελέγχει τη γνώση, τα δεδομένα και τα εργαλεία της ή ένα μεγάλο, αξιοπρεπές αλλά τεχνολογικά εξαρτημένο μουσείο του παλιού κόσμου.
Το παράθυρο παραμένει ανοικτό. Αλλά κλείνει.

