Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μια προσωρινή έξαρση τιμών, αλλά έναν πληθωρισμό που αλλάζει μορφή, μετακινείται από την ενέργεια στις υπηρεσίες και αποκτά χαρακτηριστικά μονιμότητας. Η νέα έκθεση Inflation Monitor της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνει ότι ο εναρμονισμένος πληθωρισμός επέστρεψε τον Αύγουστο στο 3,7%, παραμένοντας αισθητά υψηλότερος από το 3,3% της Ευρωζώνης.
Πίσω από τον γενικό δείκτη κρύβεται μια ακόμη πιο δύσκολη πραγματικότητα: η ενεργειακή ακρίβεια αναζωπυρώνεται, τα ενοίκια και οι υπηρεσίες συνεχίζουν να πιέζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, ενώ οι ίδιοι οι καταναλωτές δεν πιστεύουν ότι η κατάσταση θα ομαλοποιηθεί σύντομα.
Το αποτέλεσμα είναι ένας επικίνδυνος συνδυασμός: υψηλές τιμές, αυξημένο κόστος δανεισμού και περιορισμένη αγοραστική δύναμη. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν νέο φόρο πάνω στο εισόδημα, ο οποίος δεν ψηφίζεται στη Βουλή αλλά πληρώνεται καθημερινά στο σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο, στο πρατήριο, στον λογαριασμό ενέργειας και στις υπηρεσίες.
Τα βασικά σε 30 δευτερόλεπτα
- Ο ελληνικός πληθωρισμός αυξήθηκε στο 3,7% τον Αύγουστο, έναντι 3,3% στην Ευρωζώνη.
- Ο μέσος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,6% κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του 2026.
- Η ενέργεια κατέγραψε ετήσια αύξηση 15,4% τον Αύγουστο.
- Οι τιμές των υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 4,5%, κυρίως λόγω στέγασης, μισθών και τουριστικής ζήτησης.
- Ο δομικός πληθωρισμός στην Ελλάδα ανέβηκε στο 3,5%, έναντι 2,4% στην Ευρωζώνη.
- Οι καταναλωτές στην Ελλάδα περιμένουν πληθωρισμό 5,6% για τους επόμενους 12 μήνες.
- Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει πληθωρισμό 3,5% το 2026, 2,7% το 2027 και 2,2% το 2028.
- Οι αγορές προεξοφλούν πρόσθετες αυξήσεις επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Η αποκλιμάκωση αποδείχθηκε εύθραυστη
Η υποχώρηση του ελληνικού πληθωρισμού στο 2,7% τον Ιούλιο δημιούργησε την εντύπωση ότι το κύμα ανατιμήσεων άρχιζε να εξασθενεί. Έναν μήνα αργότερα, όμως, ο δείκτης επέστρεψε στο 3,7%, καταγράφοντας άνοδο μίας ολόκληρης ποσοστιαίας μονάδας.
Η απότομη μεταβολή επιβεβαιώνει πόσο εύθραυστη παραμένει η κατάσταση. Η ελληνική οικονομία είναι εξαιρετικά εκτεθειμένη στις διεθνείς τιμές ενέργειας, στις θαλάσσιες μεταφορές, στις γεωπολιτικές εντάσεις και στη διακύμανση του κόστους των εισαγωγών.
Όταν το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τα μεταφορικά κόστη αυξάνονται, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και στα καύσιμα. Διαχέεται στην παραγωγή, στη μεταποίηση, στις μεταφορές, στον τουρισμό και τελικά στις τιμές λιανικής.
| Δείκτης | Ελλάδα – Ιούλιος 2026 | Ελλάδα – Αύγουστος 2026 | Ευρωζώνη – Αύγουστος 2026 |
|---|---|---|---|
| Γενικός πληθωρισμός | 2,7% | 3,7% | 3,3% |
| Αγαθά | 2,2% | 3,0% | 3,4% |
| Ενέργεια | 13,0% | 15,4% | 14,3% |
| Υπηρεσίες | 3,1% | 4,5% | 3,0% |
| Δομικός πληθωρισμός | 2,5% | 3,5% | 2,4% |
Η ενέργεια άναψε ξανά τη φωτιά
Η μεγαλύτερη άμεση απειλή προέρχεται από την ενέργεια. Ο ενεργειακός πληθωρισμός στην Ελλάδα έφθασε τον Αύγουστο στο 15,4%, από 13% τον Ιούλιο και μόλις 7,7% τον Μάρτιο.
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου συνδέεται με την αναζωπύρωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή, τις διαταραχές στις βασικές εμπορικές οδούς και τη χαμηλή στάθμη των ευρωπαϊκών αποθεμάτων φυσικού αερίου.
Το πρόβλημα για την Ελλάδα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, αυξάνεται άμεσα το κόστος καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας. Από την άλλη, οι υψηλότερες ενεργειακές τιμές περνούν σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής, μεταφοράς και διάθεσης προϊόντων.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν οι διεθνείς τιμές υποχωρήσουν αργότερα, ένα μέρος των ανατιμήσεων μπορεί να έχει ήδη ενσωματωθεί στους τιμοκαταλόγους. Οι τιμές ανεβαίνουν γρήγορα όταν αυξάνεται το κόστος, αλλά σπάνια επιστρέφουν με την ίδια ταχύτητα όταν το κόστος μειώνεται.
Το βαθύτερο πρόβλημα βρίσκεται στις υπηρεσίες
Η ενεργειακή έξαρση είναι εντυπωσιακή, αλλά δεν αποτελεί τη μοναδική ούτε τη σοβαρότερη ένδειξη. Η μεγαλύτερη ανησυχία βρίσκεται στον πληθωρισμό των υπηρεσιών, ο οποίος αυξήθηκε στην Ελλάδα στο 4,5%, έναντι μόλις 3% στην Ευρωζώνη.
Η επιμονή αυτή σχετίζεται με τις αυξήσεις των ενοικίων, το μισθολογικό κόστος, τη ζήτηση στον τουρισμό και τις ανατιμήσεις σε υπηρεσίες διαμονής. Πρόκειται για κατηγορίες στις οποίες οι αυξήσεις δύσκολα αντιστρέφονται.
Το ενοίκιο που αυξήθηκε δεν επιστρέφει εύκολα στο προηγούμενο επίπεδο. Το ξενοδοχείο που αναπροσάρμοσε τις τιμές του λόγω ισχυρής ζήτησης δεν έχει λόγο να τις μειώσει όσο οι πληρότητες παραμένουν υψηλές. Η επιχείρηση που αύξησε τις αμοιβές για να βρει εργαζομένους θα επιχειρήσει να μεταφέρει το κόστος στον καταναλωτή.
Έτσι δημιουργείται ένας πληθωρισμός πιο επίμονος από την αρχική ενεργειακή κρίση. Δεν εξαρτάται μόνο από το πετρέλαιο ή το φυσικό αέριο, αλλά έχει περάσει στον εσωτερικό μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών.
Η μεγάλη ψαλίδα στις προσδοκίες των νοικοκυριών
Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τις πληθωριστικές προσδοκίες. Οι Έλληνες καταναλωτές περιμένουν ότι οι τιμές θα αυξηθούν κατά 5,6% στους επόμενους 12 μήνες, όταν η αντίστοιχη εκτίμηση στην Ευρωζώνη περιορίζεται στο 2,9%.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι οι ελληνικές προσδοκίες παραμένουν κοντά στο 5% ακόμη και σε ορίζοντα πενταετίας. Δεν πρόκειται για επίσημη πρόβλεψη, αλλά για την αντίληψη των καταναλωτών. Και αυτή η αντίληψη έχει πραγματικές οικονομικές συνέπειες.
Όταν ένα νοικοκυριό περιμένει ότι η ακρίβεια θα συνεχιστεί, περιορίζει τις αγορές του, αναβάλλει μεγαλύτερες δαπάνες και απαιτεί υψηλότερο εισόδημα για να διατηρήσει το βιοτικό του επίπεδο. Αντίστοιχα, όταν οι επιχειρήσεις περιμένουν αυξήσεις κόστους, προσαρμόζουν προληπτικά τις τιμές τους.
| Πληθωριστικές προσδοκίες | Ελλάδα | Ευρωζώνη | Τι δείχνει η διαφορά |
|---|---|---|---|
| Καταναλωτές – 12 μήνες | 5,6% | 2,9% | Έντονη ανασφάλεια για την άμεση πορεία των τιμών |
| Καταναλωτές – 3 έτη | 5,5% | 2,7% | Η ακρίβεια θεωρείται μακροχρόνιο και όχι παροδικό πρόβλημα |
| Καταναλωτές – 5 έτη | 5,0% | 2,4% | Βαθιά απώλεια εμπιστοσύνης στη σταθερότητα των τιμών |
| Επιχειρήσεις – 12 μήνες | 3,9% | 3,0% | Αυξημένη πιθανότητα μετακύλισης κόστους στις τελικές τιμές |
| Επιχειρήσεις – 5 έτη | 3,1% | 3,1% | Προσδοκία αποκλιμάκωσης, αλλά όχι επιστροφής σε πολύ χαμηλό πληθωρισμό |
Οι επιχειρήσεις βλέπουν νέες ανατιμήσεις στο κόστος
Οι προειδοποιητικές ενδείξεις δεν περιορίζονται στους καταναλωτές. Τα στοιχεία του Αυγούστου δείχνουν εντονότερη άνοδο των τιμών εισροών στην ελληνική μεταποίηση, λόγω των επιβαρύνσεων σε ενέργεια και προϊόντα που συνδέονται με το πετρέλαιο.
Οι τιμές παραγωγού αρχίζουν επίσης να αποκλίνουν ανοδικά. Η κίνηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή λειτουργεί ως προάγγελος των επόμενων ανατιμήσεων στη λιανική. Οι επιχειρήσεις μπορεί αρχικά να απορροφήσουν ένα μέρος της αύξησης για να προστατεύσουν τις πωλήσεις τους, αλλά δεν μπορούν να συμπιέζουν επ’ αόριστον τα περιθώρια κέρδους.
Αργά ή γρήγορα, ένα μέρος του αυξημένου κόστους περνά στον τελικό καταναλωτή. Το πόσο γρήγορα θα συμβεί αυτό εξαρτάται από τον ανταγωνισμό, τη ζήτηση και την οικονομική αντοχή κάθε κλάδου.
Η ΕΚΤ πατά ξανά το φρένο
Η αναζωπύρωση του πληθωρισμού ακυρώνει στην πράξη τις προσδοκίες για γρήγορη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Μετά τις αυξήσεις επιτοκίων του Ιουνίου και του Σεπτεμβρίου, οι αγορές θεωρούν πολύ πιθανή ακόμη μία αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης μέχρι το τέλος του 2026 και δύο πρόσθετες αυξήσεις έως τα μέσα του 2027.
Για την Ελλάδα, το τίμημα είναι βαρύ. Ακριβότερο χρήμα σημαίνει μεγαλύτερες δόσεις για τα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, αυξημένο κόστος νέου δανεισμού και μεγαλύτερη επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις που χρειάζονται κεφάλαια κίνησης ή χρηματοδότηση επενδύσεων.
Η οικονομία καλείται επομένως να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό με ένα εργαλείο που περιορίζει ταυτόχρονα τη ζήτηση και την ανάπτυξη. Η ΕΚΤ προσπαθεί να συγκρατήσει τις τιμές, αλλά το κάνει αυξάνοντας το κόστος του χρήματος για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κράτη.
Πληθωρισμός πάνω από τον στόχο έως το 2028
Οι προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος δεν αφήνουν μεγάλο περιθώριο για εύκολη αισιοδοξία. Ο ελληνικός πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,5% το 2026, να υποχωρήσει στο 2,7% το 2027 και να φθάσει στο 2,2% το 2028.
Η αποκλιμάκωση, δηλαδή, προβλέπεται αργή. Ακόμη και το 2028, ο πληθωρισμός θα παραμένει πάνω από τον στόχο του 2%. Ο δομικός πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει από 3% το 2026 σε 2,6% το 2027 και 2,2% το 2028, καθώς οι υπηρεσίες θα συνεχίσουν να εμφανίζουν ισχυρή αδράνεια.
Στην ενέργεια αναμένεται πληθωρισμός 11% για το 2026. Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει έντονη αποκλιμάκωση το 2027, κυρίως λόγω της σύγκρισης με τις πολύ υψηλές τιμές του 2026. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η ενέργεια θα γίνει φθηνή. Σημαίνει ότι θα αυξάνεται με χαμηλότερο ρυθμό πάνω σε μια ήδη ακριβότερη βάση.
Επιπλέον, η ενσωμάτωση του νέου ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών ETS2 αναμένεται να διατηρήσει την ενεργειακή επιβάρυνση και το 2028.
Γιατί έχει σημασία
Ο πληθωρισμός δεν μετρά το συνολικό ύψος των τιμών αλλά τον ρυθμό με τον οποίο αυτές συνεχίζουν να αυξάνονται. Επομένως, μια υποχώρηση του δείκτη από το 3,7% στο 2,7% δεν σημαίνει ότι οι τιμές μειώνονται. Σημαίνει ότι εξακολουθούν να ανεβαίνουν, απλώς με μικρότερη ταχύτητα.
Αυτό είναι το σημείο που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση. Μετά από αρκετά χρόνια σωρευτικών ανατιμήσεων, τα νοικοκυριά δεν έχουν ανάγκη μόνο από χαμηλότερο πληθωρισμό. Χρειάζονται πραγματική ανάκτηση της αγοραστικής δύναμης που χάθηκε.
Εάν οι μισθοί αυξάνονται ονομαστικά αλλά τα ενοίκια, η ενέργεια, τα τρόφιμα και οι υπηρεσίες ανεβαίνουν ταχύτερα, η καθημερινή οικονομική θέση του εργαζομένου δεν βελτιώνεται. Η αύξηση μένει στα χαρτιά και εξαφανίζεται πριν φθάσει στο τέλος του μήνα.
Τι πρέπει να προσέξουμε
Το πρώτο κρίσιμο μέτωπο είναι η διάρκεια της γεωπολιτικής έντασης και η πορεία του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Όσο περισσότερο παραμένουν υψηλές οι ενεργειακές τιμές, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να περάσουν σε περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες.
Το δεύτερο είναι η συμπεριφορά των ενοικίων και του τουρισμού. Η ισχυρή εξωτερική ζήτηση ενισχύει το ΑΕΠ και την απασχόληση, αλλά παράλληλα ανεβάζει το κόστος στέγασης και υπηρεσιών για τους μόνιμους κατοίκους. Η επιτυχία του τουρισμού δημιουργεί εισόδημα, αλλά χωρίς επαρκή προσφορά κατοικιών μετατρέπεται και σε πληθωριστική πίεση.
Το τρίτο είναι η μετάδοση των αυξήσεων του κόστους παραγωγής στη λιανική. Οι δείκτες της μεταποίησης δείχνουν ότι η πίεση υπάρχει ήδη στην αρχή της αλυσίδας.
Το τέταρτο είναι η πορεία των επιτοκίων. Κάθε νέα αύξηση μπορεί να βοηθήσει στη συγκράτηση της ζήτησης, αλλά ταυτόχρονα αφαιρεί διαθέσιμο εισόδημα από τους δανειολήπτες και επενδυτική δύναμη από τις επιχειρήσεις.
Το συμπέρασμα
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια νέα, πιο δύσκολη φάση της μάχης με την ακρίβεια. Η πρώτη ενεργειακή έκρηξη πέρασε στις τιμές των προϊόντων. Τώρα η πίεση έχει εγκατασταθεί στις υπηρεσίες, στα ενοίκια και στις προσδοκίες των καταναλωτών.
Η κυβέρνηση μπορεί να περιορίζει προσωρινά μέρος των επιβαρύνσεων με επιδόματα ή στοχευμένες παρεμβάσεις. Δεν μπορεί, όμως, να αντιμετωπίσει ένα μόνιμο πρόβλημα μόνο με έκτακτα μέτρα. Χρειάζεται ενίσχυση του ανταγωνισμού, αύξηση της προσφοράς κατοικιών, έλεγχος των στρεβλώσεων στην αγορά ενέργειας και πραγματική άνοδος της παραγωγικότητας.
Διαφορετικά, η ελληνική οικονομία κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια δυσάρεστη ισορροπία: οι τιμές θα αυξάνονται ταχύτερα από την Ευρωζώνη, τα επιτόκια θα παραμένουν υψηλά και η ανάπτυξη θα καλείται να στηρίζεται σε νοικοκυριά των οποίων το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα θα συνεχίζει να πιέζεται.
Στοιχεία: Inflation Monitor, Τράπεζα της Ελλάδος, 14 Σεπτεμβρίου 2026. Οι πίνακες αποτελούν επεξεργασία των δημοσιευμένων στοιχείων.

