Περαιτέρω ώθηση αναμένεται να προσφέρει η νέα αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ στα επιτοκιακά έσοδα των τραπεζών, υπό την προϋπόθεση διατήρησης της δυναμικής της πιστωτικής επέκτασης, του χαμηλού κόστους της καταθετικής βάσης και του περιορισμένου beta καταθέσεων, με χρήσιμο «μπαλαντέρ» τα διευρυμένα χαρτοφυλάκια ομολόγων.
Περαιτέρω ώθηση αναμένεται να προσφέρει η νέα αύξηση επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στα επιτοκιακά έσοδα των τραπεζών, υπό την προϋπόθεση διατήρησης της δυναμικής της πιστωτικής επέκτασης, του χαμηλού κόστους της καταθετικής βάσης και του περιορισμένου beta καταθέσεων, με χρήσιμο «μπαλαντέρ» τα διευρυμένα χαρτοφυλάκια ομολόγων.
Οι τράπεζες ναι μεν αναβάθμισαν βασικά πεδία καθοδήγησης με την ολοκλήρωση του πρώτου εξαμήνου, αλλά σε μεγάλο βαθμό διατήρησαν μια πιο συντηρητική στάση. Μέσα από μια ενδεχόμενη υπέρβαση των στόχων που έθεσαν εκ νέου οι διοικήσεις θα περάσουν και το μήνυμα της σταθερότητας, εξελίσσοντας και αναπτύσσοντας με προσεκτικά βήματα το «story» τους.
Με την ολοκλήρωση του πρώτου εξαμήνου, οι τράπεζες αναθεώρησαν τις εκτιμήσεις τους για την επιτοκιακή τροχιά και τα καθαρά έσοδα από τόκους, ενσωματώνοντας στις προβλέψεις τους διαφορετικές παραδοχές. Η Πειραιώς θέτει επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 2,5% όπως προβλέπεται να φτάσει πλέον, ενώ Εθνική και βαναθεώρησαν την αντίστοιχη παραδοχή στο 2,25%, από 2% με το οποίο ξεκίνησαν να «τρέχουν» τα business plans. Σύμφωνα με το υφιστάμενο πλαίσιο ευαισθησίας των τραπεζών, μια μεταβολή κατά 25 μονάδες βάσης στα επιτόκια επιδρά στα καθαρά έσοδα από τόκους κατά περίπου 40 εκατ. ευρώ στην Πειραιώς, 35 εκατ. ευρώ σε Eurobank και Εθνική και περίπου 20 εκατ. ευρώ στην Alpha Bank.
Η πιστωτική επέκταση κρατάει…
Στον πυρήνα της εξίσωσης βρίσκεται σταθερά η πιστωτική επέκταση, η οποία αποτελεί κεντρική παράμετρο της τραπεζικής δυναμικής. Κρίσιμο είναι ωστόσο, το κατά πόσο τα υψηλότερα επιτόκια θα αρχίσουν να βάζουν φρένο στη ζήτηση για νέα δάνεια, συνδυαστικά με το πολιτικό και το ευρύτερο διεθνές ρίσκο που αναδύεται. Από πλευράς στελεχών εταιρικών χορηγήσεων εκπέμπεται, προς το παρόν, ένα καθησυχαστικό μήνυμα, καθώς η ροή χρηματοδοτήσεων παραμένει σε ικανοποιητικά επίπεδα, τη στιγμή που ουσιαστικότερη επίδραση, θα επέλθει εφόσον τα επιτόκια κινηθούν προς την περιοχή του 3%. Την ίδια στιγμή, τα περιθώρια δανεισμού για μεγάλες επιχειρήσεις παραμένουν στη στενωπό του 1%.
Από την άλλη, η συμμετοχή σε κοινοπρακτικά σχήματα δανεισμού ξένων επιχειρήσεων συνεχίζει να προσφέρει μια ευχέρεια επιλεκτικής αποχής από εγχώριες χρηματοδοτήσεις που, κατά την τραπεζική οπτική, δεν έχουν τιμολογηθεί επαρκώς σε σχέση με τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο. Στήριξη στη ζήτηση για νέα δάνεια μπορούν να προσφέρουν επιπλέον, τα ευρωπαϊκά και εθνικά χρηματοδοτικά εργαλεία και τα σχήματα εγγυήσεων, που επανέρχονται πιο δυναμικά στο προσκήνιο, διευκολύνοντας έτσι την πρόσβαση περισσότερων μικρομεσαίων σε χρηματοδότηση.
Υπερτερεί η απόδοση των αμοιβαίων
Ως «μαξιλάρι» λειτουργεί το χαμηλό κόστος της καταθετικής βάσης και το περιορισμένο beta καταθέσεων (μετακύλιση επιτοκίων), ενισχύοντας την επίδραση των υψηλότερων επιτοκίων στα επιτοκιακά έσοδα. Οι τράπεζες διατηρούν μια ιδιαίτερα χαμηλή στάθμιση προθεσμιακών στη συνολική καταθετική τους βάση που διαμορφώνεται μεταξύ 15% (Εθνική) και 33% (Eurobank – σε επίπεδο ομίλου). Αντίστοιχα, και η συνολική μετακύλιση των επιτοκιακών μεταβολών στις καταθέσεις παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, ήτοι πέριξ του 20%, ενώ βαίνει σταθερά μειούμενη στο πεδίο των προθεσμιακών κατά τα τελευταία τρίμηνα.
Το ζητούμενο είναι αν το μεγαλύτερο κομμάτι των προθεσμιακών που λήγει στο επόμενο τρίμηνο και εξάμηνο θα ανανεωθεί με υψηλότερα επιτόκια ή αν τα κεφάλαια θα στραφούν σε επενδυτικά προϊόντα, κρατώντας έτσι χαμηλά το κόστος για τις τράπεζες. Οι υψηλές αποδόσεις των ομολόγων αλλάζουν, πάντως εκ νέου τις ισορροπίες στην αποταμίευση, με τις τράπεζες να επανέρχονται δυναμικά λανσάροντας διαρκώς νέα target maturity ομολογιακά αμοιβαία κεφάλαια ως εναλλακτική στις προθεσμιακές. Πεδίο που τροφοδοτεί και τις προμήθειες.
«Μπόνους» από το χαρτοφυλάκιο ομολόγων
Παράλληλα, οι ελληνικές τράπεζες εκμεταλλεύονται το περιβάλλον υψηλών αποδόσεων στις αγορές κρατικού χρέους, ενισχύοντας διαρκώς τα χαρτοφυλάκια ομολόγων τους. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες προχώρησαν σε διόγκωση του επενδυτικού τους χαρτοφυλακίου, κατά 3,2 δισ. ευρώ σωρευτικά, «ψηλώνοντας» παράλληλα το μέσο yield. Μάλιστα, μερίδα τραπεζών φαίνεται να έχει ξεπεράσει ακόμη και τους στόχους που είχε θέσει για φέτος. Το 80% και άνω των χαρτοφυλακίων διακρατείται ως τη λήξη, στοιχείο που αναδεικνύει τη δομική συμβολή τους στη στήριξη των επιτοκιακών εσόδων.
Ωστόσο, η παράμετρος που χρήζει παρακολούθησης είναι η ρευστότητα, καθώς σε συνθήκες πίεσης τυχόν αναγκαστικές πωλήσεις μπορούν να μετατρέψουν τη μείωση της τρέχουσας αξίας των τίτλων σε πραγματικές ζημιές.

