Σε αναβάθμιση των προοπτικών της Eurobank από σταθερές σε θετικές προχώρησε ο οίκος Moody’s, μετά την αναβάθμιση του outlook για το ελληνικό αξιόχρεο.
Σε αναβάθμιση των προοπτικών της Eurobank από σταθερές σε θετικές προχώρησε ο οίκος Moody’s, μετά την αναβάθμιση του outlook για το ελληνικό αξιόχρεο.
Ο οίκος αξιολόγησης επιβεβαίωσε τη Baseline Credit Assessment (BCA) της Eurobank στο baa3, ενώ αναβάθμισε το outlook των μακροπρόθεσμων καταθέσεων σε θετικό από σταθερό. Αντίστοιχα, το outlook για το senior unsecured debt μεταβλήθηκε σε σταθερό από αρνητικό.
Η κίνηση έρχεται στον απόηχο της πρόσφατης αλλαγής του outlook της Ελλάδας από τη Moody’s σε θετικό από σταθερό, με τον οίκο να διατηρεί την πιστοληπτική αξιολόγηση του ελληνικού Δημοσίου στο Baa3. Όπως επισημαίνει, το ελληνικό sovereign αποτελεί σήμερα τον βασικό περιορισμό για περαιτέρω βελτίωση της αυτόνομης πιστοληπτικής αξιολόγησης της Eurobank.
Ισχυρή κερδοφορία και γεωγραφική διαφοροποίηση
Η Moody’s αναγνωρίζει την ισχυρή και γεωγραφικά διαφοροποιημένη κερδοφορία της Eurobank, τη σταθερή ποιότητα του ενεργητικού και την ισχυρή κεφαλαιακή της βάση.
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, η Eurobank κατέγραψε ετησιοποιημένη απόδοση επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων 16,6%, με την αύξηση των εσόδων από προμήθειες κατά 13,5% και τη συγκράτηση του κόστους να στηρίζουν την κερδοφορία. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα διαμορφώθηκε περίπου στο 37%.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο οίκος στη γεωγραφική διαφοροποίηση του ομίλου. Οι δραστηριότητες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, κυρίως μέσω των θυγατρικών σε Κύπρο και Βουλγαρία, συνεισέφεραν το 46% των καθαρών κερδών του ομίλου, περιορίζοντας την εξάρτηση από την ελληνική αγορά.
Σε επίπεδο κεφαλαίων, ο δείκτης CET1 της Eurobank διαμορφώθηκε σε προσαρμοσμένη βάση στο 15,4% τον Ιούνιο του 2026, έναντι ελάχιστης κανονιστικής απαίτησης 10,7% και στόχου διοίκησης 13%. Η Moody’s χαρακτηρίζει την κεφαλαιακή θέση της τράπεζας ισχυρή, επισημαίνοντας ότι διαθέτει ικανοποιητικό απόθεμα για την απορρόφηση ζημιών. Ωστόσο, σημειώνει ότι οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις αντιστοιχούν περίπου στο 29% του CET1, γεγονός που περιορίζει σε έναν βαθμό την ποιότητα των κεφαλαίων.
Στο μέτωπο της ποιότητας ενεργητικού, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων υποχώρησε στο 2,5% τον Ιούνιο του 2026, από 2,8% ένα χρόνο νωρίτερα. Η περιορισμένη δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και η κάλυψή τους από προβλέψεις, η οποία διαμορφώνεται περίπου στο 82%, λειτουργούν υποστηρικτικά για το πιστωτικό προφίλ της τράπεζας.
Το κόστος πιστωτικού κινδύνου διαμορφώθηκε στις 53 μονάδες βάσης, πλησιάζοντας τον στόχο των 50 μονάδων βάσης της διοίκησης.

