«Η παγκόσμια ανταγωνιστικότητα δεν είναι η ανταμοιβή στο τέλος της ενεργειακής μετάβασης, αλλά αυτή που επιτρέπει στη μετάβαση να πραγματοποιηθεί εξαρχής».
«Το βιομηχανικό μέλλον της ΕΕ δεν θα διαμορφωθεί μόνο από τη φιλοδοξία, αλλά και από την ικανότητά της να μετατρέπει τη στρατηγική σε επενδύσεις» τόνισε ο εκτελεστικός πρόεδρος της Metlen Energy & Metals, Ευάγγελος Μυτιληναίος, παραθέτοντας ορισμένες παρατηρήσεις από σχετικά με την ομιλία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για την Κατάσταση της Ένωσης.
«Η ομιλία της Προέδρου της Κομισιόν την περασμένη εβδομάδα, περιείχε αρκετά μηνύματα προς αυτή την κατεύθυνση» υπογράμμισε, προσθέτοντας πως: «η προτεινόμενη Ευρωπαϊκή Εταιρεία για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια χρήσιμη βιομηχανική πρωτοβουλία. Η Ευρώπη παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τρίτες χώρες για πολλά από τα υλικά που αποτελούν τη βάση της ενεργειακής μετάβασης, των ψηφιακών τεχνολογιών, των αμυντικών εφαρμογών και της προηγμένης μεταποίησης».
- Τι μάθαμε και τι δε μάθαμε από το φετινό SOTEU της φον ντερ Λάιεν;
«Η πρόκληση που αντιμετωπίζουμε είναι η μετάβαση από τον εντοπισμό των τρωτών σημείων στην οικοδόμηση ικανοτήτων. Αυτό σημαίνει στήριξη ώριμων εγχώριων έργων εξόρυξης, διύλισης, επεξεργασίας και ανακύκλωσης στην Ευρώπη, καθώς και διασφάλιση διαφοροποιημένων συνεργασιών με αξιόπιστους προμηθευτές, δημιουργώντας παράλληλα πραγματικά ελκυστικές συνθήκες για μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας» εξήγησε.
«Ωστόσο, εξίσου σημαντική ήταν η αναγνώριση ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια επείγουσα και ευρείας κλίμακας πρόκληση ανταγωνιστικότητας. Η στρατηγική αυτονομία, οι κρίσιμες πρώτες ύλες, οι μπαταρίες, η τεχνητή νοημοσύνη, οι αμυντικές τεχνολογίες και η βιομηχανική απανθρακοποίηση απαιτούν πρωτόγνωρα επίπεδα κεφαλαιουχικών επενδύσεων. Εντούτοις, οι επενδυτικές αποφάσεις λαμβάνονται τελικά με βάση τα οικονομικά θεμελιώδη μεγέθη. Και ίσως το πιο κρίσιμο από αυτά τα μεγέθη είναι η ενέργεια» αποσαφήνισε.
«Ο μακροπρόθεσμος στόχος της Ευρώπης για μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, επέκταση της παραγωγής ενέργειας από πυρηνικές και ανανεώσιμες πηγές και ενίσχυση των ενεργειακών υποδομών κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Όμως, η τελική κατάσταση και η διαδικασία μετάβασης δεν είναι το ίδιο πράγμα. Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να καταναλώνει ετησίως περίπου 450 εκατομμύρια τόνους πετρελαίου και γύρω στα 340 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα (bcm) φυσικού αερίου» ανέφερε.
«Ακόμη και σύμφωνα με τις επικρατούσες προβλέψεις, τα μεγέθη αυτά παραμένουν πολύ σημαντικά για το 2030, αλλά και για το 2035. Για τα επόμενα χρόνια, οι υδρογονάνθρακες θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, τις τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας και τους λογαριασμούς ενέργειας που πληρώνουν τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις» διαπίστωσε.
«Όπως επεσήμανε ο Μάριο Ντράγκι στην έκθεσή του, τα πλήρη ανταγωνιστικά οφέλη από την καθαρή μετάβαση θα υλοποιηθούν μόνο όταν ολοκληρωθούν και ενσωματωθούν στο σύστημα επαρκείς επενδύσεις σε καθαρή ηλεκτροπαραγωγή, δίκτυα, αποθήκευση και ευελιξία. Αυτή η πραγματικότητα έχει μια σημαντική συνέπεια. Η Ευρώπη δεν μπορεί να περιμένει να διαμορφωθεί το ενεργειακό σύστημα του μέλλοντος προτού αντιμετωπίσει το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας. Χρειαζόμαστε στρατηγική για την ίδια τη μετάβαση» τόνισε.
«Αυτό απαιτεί μία πραγματικά ευρωπαϊκή απάντηση στην ενεργειακή πρόκληση. Όχι ένα συνονθύλευμα εθνικών μέτρων, διαθέσιμων μόνο στα κράτη-μέλη με τη μεγαλύτερη δημοσιονομική δυνατότητα, αλλά κοινές ευρωπαϊκές λύσεις, με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, σχεδιασμένες ώστε να διατηρούν τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα όσο προχωρά η μετάβαση. Η παγκόσμια ανταγωνιστικότητα δεν είναι η ανταμοιβή στο τέλος της μετάβασης. Είναι αυτή που επιτρέπει στη μετάβαση να πραγματοποιηθεί εξαρχής», κατέληξε.

