
Η εικόνα που επιχείρησε να καλλιεργήσει η Άγκυρα τους προηγούμενους μήνες ήταν σχεδόν θριαμβευτική: η προσωπική σχέση Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν – Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να ανοίξει ξανά τις πόρτες της Ουάσιγκτον, να ξεμπλοκάρει τις αμερικανοτουρκικές αμυντικές σχέσεις και, κυρίως, να επαναφέρει την Τουρκία στον δρόμο προς τα F-35.
Η επιστροφή του Τούρκου προέδρου από τη Νέα Υόρκη, όμως, προσγειώνει αυτές τις προσδοκίες στην πραγματικότητα. Χωρίς το πολιτικό τρόπαιο που αναζητούσε και χωρίς συγκεκριμένη πρόοδο για τα F-35, η Άγκυρα βρίσκεται ξανά μπροστά στο ίδιο εμπόδιο: τους ρωσικούς S-400 και το αμερικανικό θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο που δεν μπορεί να παρακαμφθεί απλώς με μια καλή προσωπική σχέση δύο προέδρων.
Από τις υποσχέσεις του Ιουλίου στην πραγματικότητα του Σεπτεμβρίου
Το πολιτικό κοντράστ είναι έντονο. Τον Ιούλιο, στη συνάντηση Τραμπ–Ερντογάν κατά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι θα προχωρούσε στην άρση των κυρώσεων και ότι θα λάμβανε απόφαση για ενδεχόμενη πώληση F-35 στην Τουρκία. Η δήλωση είχε δημιουργήσει στην Άγκυρα προσδοκίες για μια μεγάλη επαναφορά στις αμερικανοτουρκικές αμυντικές σχέσεις.
Δυόμισι μήνες αργότερα, όμως, το βασικό πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί. Η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει το ρωσικό σύστημα S-400 και το Κογκρέσο έχει θέσει σαφή εμπόδια στην πώληση F-35 όσο αυτό το ζήτημα παραμένει ανοικτό.
Το αμερικανικό «τείχος» των S-400
Η Άγκυρα απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα των F-35 το 2019 μετά την παραλαβή των S-400 από τη Ρωσία. Ακολούθησαν κυρώσεις βάσει CAATSA και έκτοτε η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική απόφαση του Λευκού Οίκου.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Ο Τραμπ μπορεί να επιδιώκει στενότερη σχέση με τον Ερντογάν και μπορεί να θεωρεί την Τουρκία σημαντικό σύμμαχο στο ΝΑΤΟ. Δεν μπορεί όμως να εξαφανίσει με μία δήλωση τις νομικές και θεσμικές προϋποθέσεις που έχουν δημιουργηθεί γύρω από τους S-400.
Η πραγματική εξίσωση παραμένει επομένως εξαιρετικά δύσκολη: η Τουρκία θέλει το κορυφαίο αμερικανικό μαχητικό πέμπτης γενιάς, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει επιλύσει το πρόβλημα που προκάλεσε η επιλογή του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος.
Η προσωπική διπλωματία έχει όρια
Ο Ερντογάν έχει επενδύσει επί χρόνια στην προσωπική διπλωματία. Με τον Τραμπ αυτή η τακτική έχει σαφώς μεγαλύτερο περιθώριο από ό,τι είχε με προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις. Η σχέση των δύο ηγετών είναι εμφανώς καλύτερη και η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει τον ιδιαίτερο γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας.
Όμως άλλο η πολιτική επικοινωνία και άλλο η μετατροπή της σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Στην περίπτωση των F-35, η Άγκυρα χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο από θερμές δηλώσεις: χρειάζεται λύση για τους S-400, μεταβολή των υφιστάμενων περιορισμών και πολιτική συναίνεση στην Ουάσιγκτον.
Το δεύτερο μέτωπο: μια οικονομία υπό πίεση
Η διπλωματική στασιμότητα έρχεται σε ιδιαίτερα δύσκολη στιγμή για την τουρκική οικονομία. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας, ο ετήσιος πληθωρισμός τον Αύγουστο διαμορφώθηκε στο 31,51%. Μπορεί να έχει αποκλιμακωθεί σε σχέση με τα ακραία επίπεδα του παρελθόντος, παραμένει όμως σε επίπεδο που διαβρώνει εισοδήματα, πιέζει την κατανάλωση και διατηρεί εξαιρετικά υψηλό το κόστος χρήματος.
Η κεντρική τράπεζα διατήρησε στις 10 Σεπτεμβρίου το βασικό επιτόκιο στο 37%, με το overnight lending rate στο 40%. Η ίδια αναγνωρίζει ότι η εγχώρια ζήτηση παραμένει αδύναμη, ενώ οι υψηλές ενεργειακές τιμές αποτελούν νέο ανοδικό κίνδυνο για τον πληθωρισμό.
Αυτό σημαίνει ότι η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε μια εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία: χρειάζεται αυστηρή νομισματική πολιτική για να περιορίσει τον πληθωρισμό, αλλά τα πολύ υψηλά επιτόκια συμπιέζουν ταυτόχρονα την οικονομική δραστηριότητα και αυξάνουν το χρηματοδοτικό κόστος επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Η κρίση των funds και η βουτιά του BIST-100
Στην ήδη δύσκολη εικόνα προστέθηκε μια σοβαρή αναταραχή στην τουρκική κεφαλαιαγορά. Ο BIST-100 έχασε πάνω από 8% μέσα στην προηγούμενη εβδομάδα, καταγράφοντας τη χειρότερη εβδομαδιαία επίδοσή του από τον Μάρτιο του 2025.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν επενδυτικά funds με σημαντικές θέσεις σε μετοχές χαμηλής εμπορευσιμότητας και περιορισμένου free float. Όταν αυξήθηκαν οι αιτήσεις εξαγοράς μεριδίων, ορισμένα χαρτοφυλάκια βρέθηκαν αντιμέτωπα με πρόβλημα ρευστότητας και αναγκάστηκαν να πουλήσουν πιο εύκολα ρευστοποιήσιμες θέσεις. Έτσι δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος πωλήσεων, υποχώρησης τιμών και νέων πιέσεων για εξαγορές.
131 funds και πάνω από 18 δισ. δολάρια
Το μέγεθος της παρέμβασης των τουρκικών αρχών δείχνει τη σοβαρότητα του προβλήματος. Η εποπτική αρχή κεφαλαιαγοράς προχώρησε στη διαδικασία ρευστοποίησης 131 επενδυτικών funds, με περιουσιακά στοιχεία άνω των 18 δισ. δολαρίων.
Οι αρχές έλαβαν παράλληλα μέτρα για τη σταθεροποίηση της αγοράς και την αντιμετώπιση των προβλημάτων ρευστότητας. Η Borsa Istanbul ανακοίνωσε επίσης μεγάλη αναδιάρθρωση του BIST-100, αφαιρώντας πάνω από το ένα τέταρτο των εταιρειών του βασικού δείκτη, καθώς οι ρυθμιστικές αρχές επιχειρούν να αντιμετωπίσουν τις δομικές αδυναμίες που αποκάλυψε η κρίση.
Χρειάζεται πάντως μια κρίσιμη διάκριση: η αναταραχή είναι σοβαρή, αλλά μέχρι στιγμής δεν τεκμηριώνεται ως γενικευμένη συστημική τραπεζική κρίση. Αναλυτές που επικαλείται το Reuters τη χαρακτηρίζουν περισσότερο ως περιορισμένη κρίση της κεφαλαιαγοράς και των επενδυτικών κεφαλαίων. Αυτό δεν την κάνει αμελητέα. Δείχνει όμως πού ακριβώς βρίσκεται σήμερα ο κίνδυνος.
Το πραγματικό πρόβλημα της Τουρκίας
Το πρόβλημα για την Άγκυρα είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν ταυτόχρονα. Υψηλός πληθωρισμός. Επιτόκια 37%. Αδύναμη εγχώρια ζήτηση. Αυξημένο ενεργειακό κόστος. Νευρικότητα στην κεφαλαιαγορά. Και μια οικονομία που χρειάζεται διαρκώς εμπιστοσύνη και εισροές ξένων κεφαλαίων.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μια μεγάλη γεωπολιτική επιτυχία στην Ουάσιγκτον θα είχε για τον Ερντογάν αξία πολύ μεγαλύτερη από την καθαρά στρατιωτική διάσταση των F-35. Θα αποτελούσε μήνυμα επαναπροσέγγισης με τη Δύση και, κατ’ επέκταση, μήνυμα προς τις διεθνείς αγορές.
Αυτό ακριβώς το μήνυμα, όμως, δεν έχει ακόμη έρθει.
Τα F-35 έχουν γίνει κάτι περισσότερο από μαχητικά
Για την Τουρκία, τα F-35 έχουν μετατραπεί σε σύμβολο της σχέσης της με τη Δύση. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν η τουρκική πολεμική αεροπορία θα αποκτήσει ένα προηγμένο αεροσκάφος. Είναι εάν η Άγκυρα μπορεί να αποκαταστήσει πλήρως τη στρατηγική σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς να ανατρέψει κρίσιμες επιλογές της προηγούμενης δεκαετίας.
Η απάντηση μέχρι στιγμής παραμένει ανοιχτή. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει αφήσει σαφώς μεγαλύτερο περιθώριο διαπραγμάτευσης στην Τουρκία. Έχει ήδη προχωρήσει σε σημαντικές κινήσεις στον αμυντικό τομέα και τον Ιούνιο γνωστοποίησε στο Κογκρέσο σχέδιο πώλησης δεκάδων κινητήρων αεροσκαφών αξίας άνω των 700 εκατ. δολαρίων.
Αυτό αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει συνολικό «πάγωμα» των αμερικανοτουρκικών αμυντικών σχέσεων. Το F-35 όμως είναι διαφορετική υπόθεση. Εκεί οι S-400 εξακολουθούν να αποτελούν την κόκκινη γραμμή.
Γιατί έχει σημασία
Η σημερινή εικόνα δείχνει τα όρια της στρατηγικής που ακολούθησε η Τουρκία επί χρόνια: στενή σχέση με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ από τη μία, αλλά ταυτόχρονα στρατηγική αυτονομία και σημαντικές αμυντικές σχέσεις με τη Ρωσία από την άλλη.
Για μεγάλο διάστημα ο Ερντογάν κατάφερε να ισορροπεί ανάμεσα στους δύο κόσμους. Σήμερα όμως το κόστος αυτής της ισορροπίας γίνεται περισσότερο ορατό.
Η Τουρκία παραμένει απαραίτητος γεωπολιτικός παίκτης. Παραμένει μεγάλη στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ. Παραμένει σημαντικός συνομιλητής των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, στον Καύκασο και στη Μαύρη Θάλασσα.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να παραβλέψει το ζήτημα των S-400.
Η δύσκολη επιστροφή στην Άγκυρα
Ο Ερντογάν επιστρέφει λοιπόν χωρίς την καθαρή εξέλιξη που θα μπορούσε να παρουσιάσει ως μεγάλη διπλωματική επιτυχία. Και επιστρέφει σε μια οικονομία όπου ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από 30%, το βασικό επιτόκιο στο 37% και η κεφαλαιαγορά προσπαθεί να απορροφήσει μια κρίση ρευστότητας που οδήγησε στην παρέμβαση των αρχών σε 131 funds με ενεργητικό άνω των 18 δισ. δολαρίων.
Η πόρτα της Ουάσιγκτον δεν έχει κλείσει. Το ίδιο ισχύει και για τα F-35. Αλλά η απόσταση ανάμεσα στην προσωπική σχέση Τραμπ–Ερντογάν και στην πραγματική επίλυση των αμερικανοτουρκικών διαφορών αποδεικνύεται πολύ μεγαλύτερη από όσο ήθελε να πιστεύει η Άγκυρα.
Τα θερμά λόγια υπάρχουν. Η συμφωνία για τα F-35, όχι ακόμη.

