Επί του παρόντος, η συγχωνευμένη εταιρεία έχει προγραμματίσει 35 ταινίες για κυκλοφορία την επόμενη χρονιά, σύμφωνα με στοιχεία της Rentrak.
«Μία ταινία κάθε 11 μέρες» υπόσχεται η Paramount καθώς πλέον ο δρόμος για την εξαγορά της Warner Bros Discovery είναι ανοιχτός, μετά το συμβιβασμό με 12 πολιτείες που είχαν καταθέσει αγωγή για να μπλοκάρουν τη συγχώνευση των δύο εταιρειών.
Ειδικότερα, η Paramount συμφώνησε να καταβάλει οικονομικές κυρώσεις εάν δεν διανέμει τουλάχιστον 30 ταινίες στις κινηματογραφικές αίθουσες το 2027 και το 2028 και τουλάχιστον 32 ταινίες για τα έτη 2029, 2030 και 2031.
Επί του παρόντος, η συγχωνευμένη εταιρεία έχει προγραμματίσει 35 ταινίες για κυκλοφορία την επόμενη χρονιά, σύμφωνα με στοιχεία της Rentrak.
Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι σχετικά με την ποιότητα των ταινιών καθώς και για το τι μέλλει γενέσθαι μετά τη λήξη της πενταετούς συμφωνίας.
«Αυτό είναι πολύ πιο πολύπλοκο από το να αναρωτιόμαστε εάν 30 ταινίες είναι αρκετές. Τριάντα ταινίες ευρείας κινηματογραφικής διανομής θα αποτελούσαν μια ουσιαστική δέσμευση απέναντι στις κινηματογραφικές αίθουσες και πιστεύω ότι όλοι στον χώρο της κινηματογραφικής προβολής θα καλωσόριζαν μια ισχυρή ροή νέων ταινιών», δήλωσε στο CNBC ο Paul Dergarabedian, επικεφαλής των τάσεων αγοράς της Rentrak.
Σύμφωνα με τον ίδιο όμως, το τελικό αποτέλεσμα θα κριθεί από το πώς θα αποδώσουν οι ταινίες αυτές, η ποικιλία του προγράμματος, η συνέπεια με την οποία θα κυκλοφορούν και το κατά πόσο η νέα ενιαία εταιρεία θα τηρήσει αυτές τις δεσμεύσεις.
Το Χόλιγουντ ζητά εδώ και χρόνια περισσότερες ταινίες στα σινεμά έπειτα από την πανδημία που έκλεισε τις αίθουσες και δημιούργησε προβλήματα στην αλυσίδα παραγωγής και κυκλοφορίας ταινιών. Οι δεσμεύσεις του Έλισον για την κινηματογραφική διανομή, τις οποίες είχε παρουσιάσει ήδη από τον Απρίλιο, στο ετήσιο συνέδριο CinemaCon έχουν λάβει την έγκριση των διευθύνοντων συμβούλων των τριών μεγαλύτερων εταιρειών κινηματογραφικών αιθουσών -του Adam Aron της AMC, του Sean Gamble της Cinemark και του Eduardo Acuna της Regal.
Η Cinema United, που εκπροσωπεί τους ιδιοκτήτες κινηματογραφικών αιθουσών, είχε εκφράσει έντονα την αντίθεσή της στη συγχώνευση. Ωστόσο, αυτή την εβδομάδα έδωσε την έγκρισή της, δηλώνοντας ότι η συμφωνία με τις πολιτείες «επιτυγχάνει πολλούς από τους στόχους του κλάδου της κινηματογραφικής προβολής».
Ωστόσο, δεν είναι όλοι οι ιδιοκτήτες και οι εκπρόσωποι των κινηματογραφικών αιθουσών σύμφωνοι. Αρκετά στελέχη του κλάδου, δήλωσαν στο CNBC υπό τον όρο της ανωνυμίας ότι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη συμφωνία με επιφυλακτικότητα.
Ανησυχίες για τη συγκέντρωση της αγοράς
Ο συμβιβασμός περιλαμβάνει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τον αριθμό των νέων ταινιών σε ορίζοντα πενταετίας, για το πόσες από αυτές πρέπει να είναι ευρείας διανομής και πόσες πρέπει να έχουν budget πάνω από 50 εκατ. δολαρίων. Η Paramount συμφώνησε να καταβάλλει αδρές αποζημιώσεις σε περίπτωση που δεν καταφέρει να ανταποκριθεί.
Όπως αναφέρει το CNBC, ιστορικά η συγχώνευση κινηματογραφικών στούντιο οδηγεί σε λιγότερες ταινίες κάτι που με τη σειρά του έχει ως αποτέλεσμα λιγότερα έσοδα, ειδικά για τις μικρότερες αλυσίδες σινεμά.
Συνολικά, η αγορά έχει αλλάξει δραστικά από την πανδημία και μετά, με λιγότερες κινηματογραφικές αίθουσες και λιγότερους θεατές. Μέρος των απωλειών αυτών έχει αντισταθμιστεί από τις υψηλότερες τιμές των εισιτηρίων, οι οποίες αναμένεται να βοηθήσουν το αμερικανικό box office να ξεπεράσει για πρώτη φορά μετά την πανδημία τα 10 δισ. δολάρια. Ωστόσο, η κινηματογραφική βιομηχανία εξακολουθεί να προσαρμόζεται στα νέα οικονομικά δεδομένα.
Αρκετά στελέχη του κλάδου δήλωσαν στο CNBC ότι ανησυχούν πως η συγχώνευση Paramount και Warner Bros όχι μόνο θα μειώσει τον αριθμό των στούντιο που τροφοδοτούν την αγορά με ταινίες, αλλά θα περιορίσει και τον ανταγωνισμό, δίνοντας στη νέα εταιρεία ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση σε ό,τι αφορά τους όρους προβολής των ταινιών και τα ποσοστά επί των εισπράξεων.
Παρ’ όλο που οι μεγαλύτερες αλυσίδες κινηματογράφων, που διαθέτουν εκατοντάδες αίθουσες, μπορούν να αντέξουν καλύτερα τις συνέπειες της συγκέντρωσης, οι μικρότεροι παίκτες θα έχουν πολύ λιγότερη διαπραγματευτική ισχύ.
Ορισμένοι ιδιοκτήτες κινηματογράφων εξέφρασαν επίσης τον φόβο ότι η Paramount δεν θα μπορέσει να διατηρήσει την παραγωγή των 30 και πλέον ταινιών ετησίως μετά τη λήξη της πενταετούς συμφωνίας, ιδιαίτερα καθώς αυξάνονται το κόστος παραγωγής και marketing και καθώς θα βρίσκεται αντιμέτωπη με χρέος περίπου 79 δισ. δολαρίων μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης.
Βάσει των όρων του συμβιβασμού, θα επιβάλλεται πρόστιμο 30 εκατ. δολαρίων για κάθε ταινία που υπολείπεται του στόχου. Το 90% του ποσού θα κατευθύνεται στους εργαζόμενους της κινηματογραφικής βιομηχανίας και το υπόλοιπο 10% στην National Association of Attorneys General.
Τα «ψιλά γράμματα»
Η συμφωνία με τις πολιτείες προβλέπει ότι τουλάχιστον 20 ταινίες που θα κυκλοφορήσει η νέα εταιρεία καθένα από τα δύο πρώτα χρόνια μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς θα πρέπει να έχουν ευρεία διανομή σε περισσότερες από 2.000 κινηματογραφικές αίθουσες. Για τα επόμενα τρία χρόνια, ο αριθμός αυτός αυξάνεται στις 21 ταινίες ετησίως.
Σύμφωνα με στοιχεία της Rentrak, η Paramount οδεύει προς 14 wide releases το 2026, ενώ η Warner Bros. προς 13, δηλαδή 27 συνολικά.
«Η σημασία των ταινιών ευρείας διανομής δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί», δήλωσε ο Dergarabedian. «Είναι οι ταινίες που έχουν τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στις αίθουσες, γεμίζουν τις αίθουσες, ενισχύουν τις πωλήσεις στα κυλικεία και δημιουργούν την πολιτιστική συζήτηση που ωφελεί συνολικά την κινηματογραφική αγορά».
Επιπλέον, τουλάχιστον 20% των ετήσιων κυκλοφοριών της νέας εταιρείας θα πρέπει να είναι ταινίες «tentpole». Ο όρος χρησιμοποιείται συνήθως για τις μεγάλες, ακριβές παραγωγές που αποφέρει αρκετά έσοδα ώστε ένα στούντιο να μπορεί να χρηματοδοτεί μικρότερες παραγωγές, οι οποίες ενδέχεται να είναι λιγότερο κερδοφόρες.
Για πολλούς στον κλάδο, μια tentpole ταινία είναι μια παραγωγή που κοστίζει πάνω από 100 εκατ. δολάρια, με το κόστος συχνά να ξεπερνά τα 200 ή ακόμη και τα 250 εκατ. δολάρια, και προσελκύει μεγάλο αριθμό θεατών στις κινηματογραφικές αίθουσες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Marvel Universe, η πρόσφατη επιτυχία της Universal «The Odyssey» ή το «Spider-Man: Brand New Day» της Sony.
Ωστόσο, η συμφωνία της Paramount, η οποία προβλέπει ότι τουλάχιστον το 20% των ετήσιων κυκλοφοριών της εταιρείας θα πρέπει να είναι tentpole ταινίες, ορίζει ως τέτοια κάθε ταινία με προϋπολογισμό τουλάχιστον 50 εκατ. δολαρίων.
«Ένας προϋπολογισμός παραγωγής 50 εκατ. δολαρίων φαίνεται σχετικά χαμηλό όριο σε σχέση με αυτό που παραδοσιακά θεωρούμε tentpole ταινία. Ταυτόχρονα, όμως, μια ταινία των 50 εκατ. δολαρίων μπορεί απολύτως να εξελιχθεί σε tentpole, εάν ξεπεράσει τις προσδοκίες και γίνει πολιτιστικό και εισπρακτικό φαινόμενο», συμπλήρωσε ο Dergarabedian.

