Τι περιλαμβάνει πρόταση κανονισμού της ΕΕ για δημόσιες συμβάσεις με χαμηλότερο πήχη τζίρου και χρήση ΒΙΜ σε projects από 25 εκατ. ευρώ. Χαμηλώνει ο πήχης για κατασκευαστικές. Το στάδιο εκτέλεσης έργων, οι χαμηλές προσφορές, οι τροποποιήσεις, οι παραχωρήσεις και ο αποκλεισμός «τρίτων χωρών».
Υποχρεωτικό BIM (Building Information Modelling – Μοντελοποίηση Πληροφοριών Κτιρίου) στα μεγάλα projects και σε συμβάσεις από 25 εκατ. ευρώ, ελκυστικότερους όρους για δημόσια έργα και χαμηλότερο πήχη ως προς τον τζίρο για τις κατασκευαστικές «φωτογραφίζει», μεταξύ άλλων, πρόταση κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις δημόσιες συμβάσεις.
Έτσι, θεωρητικά, περισσότερες επιχειρήσεις θα μπορούν να πληρούν το κριτήριο οικονομικής επάρκειας σε δημόσιους διαγωνισμούς υψηλότερης αξίας, εφόσον εγκριθεί χωρίς αλλαγές ο νέος κανονισμός για τις δημόσιες συμβάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο οποίος περιορίζει δραστικά τις απαιτήσεις ως προς τον ελάχιστο κύκλο εργασιών των υποψηφίων.
Στα δημόσια έργα εκτιμώμενης αξίας από 25 εκατ. ευρώ καθίσταται επίσης υποχρεωτική κατά την εκτέλεση η χρήση της Μοντελοποίησης Πληροφοριών Κτιρίου (Building Information Modelling – BIM). Οι παρεμβάσεις αφορούν μια αγορά που αντιστοιχεί περίπου στο 15% του ΑΕΠ της ΕΕ, ενώ εκτιμάται ότι οι νέοι κανόνες θα αποφέρουν ετήσια εξοικονόμηση διοικητικού κόστους 649 εκατ. ευρώ.
Ο χαμηλότερος πήχης στον τζίρο δεν αποτελεί, όμως, τη μοναδική προϋπόθεση για τη συμμετοχή σε ένα μεγάλο έργο. Τούτο, καθώς, παραμένουν οι απαιτήσεις οικονομικής, τεχνικής και επαγγελματικής επάρκειας, όπως οι αναγκαίοι ανθρώπινοι και τεχνικοί πόροι. Περιορίζεται ακόμη η δυνατότητα να ζητείται προηγούμενη εμπειρία ειδικά σε δημόσιες συμβάσεις. Κατά κανόνα δεν θα αποτελεί υποχρεωτικό όρο συμμετοχής, εκτός εάν αυτό δικαιολογείται από την πολυπλοκότητα ή τη φύση του αντικειμένου.
Ο νέος κανονισμός δημοσιοποιήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου και προβλέπει την αντικατάσταση των τριών σημερινών οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, τις παραχωρήσεις και τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας από έναν ενιαίο, άμεσα εφαρμοστέο κανονισμό, την Πράξη για τις Δημόσιες Συμβάσεις (Public Procurement Act). Θα ακολουθήσουν οι διαπραγματεύσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Να σημειωθεί ότι το κείμενο προβλέπει εφαρμογή δύο χρόνια μετά την έναρξη ισχύος του τελικού κανονισμού.
Ο νέος κανονισμός για τον κύκλο εργασιών
Με το ισχύον καθεστώς, ο απαιτούμενος ελάχιστος ετήσιος κύκλος εργασιών μπορεί κατά κανόνα να φτάνει έως το διπλάσιο της εκτιμώμενης αξίας μιας σύμβασης. Η νέα πρόταση κατεβάζει το όριο στο 50% της εκτιμώμενης ετήσιας αξίας της. Υψηλότερη απαίτηση θα μπορεί να τίθεται μόνο σε ειδικά αιτιολογημένες περιπτώσεις, για παράδειγμα όταν υπάρχουν ιδιαίτεροι κίνδυνοι που συνδέονται με το αντικείμενο του έργου, της υπηρεσίας ή της προμήθειας.
Για την ελληνική αγορά η μεταβολή είναι ουσιαστική, καθώς ο ν. 4412/2016 ακολουθεί τον υφιστάμενο ευρωπαϊκό κανόνα. Αν η πρόταση υιοθετηθεί ως έχει, επιχειρήσεις με χαμηλότερο ετήσιο κύκλο εργασιών θα μπορούν να πληρούν το συγκεκριμένο κριτήριο σε διαγωνισμούς μεγαλύτερης οικονομικής αξίας από εκείνους στους οποίους μπορούν σήμερα να συμμετέχουν με βάση τον τζίρο τους.
Η χρήση BIM
Όπως αναφέρθηκε, στα δημόσια έργα η χρήση του BIM γίνεται υποχρεωτική για συμβάσεις εκτιμώμενης αξίας ίσης ή μεγαλύτερης των 25 εκατ. ευρώ κατά το στάδιο της εκτέλεσης. Πρόκειται για συνεργατικές ψηφιακές διαδικασίες με ανοικτά και διαλειτουργικά πρότυπα, μέσω των οποίων δημιουργούνται, διαχειρίζονται και ανταλλάσσονται δομημένες πληροφορίες σε όλο τον κύκλο ζωής ενός έργου. Η εφαρμογή του μπορεί να περιορίζεται όταν συνεπάγεται δυσανάλογη επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς ή δημιουργεί κινδύνους για την ασφάλεια. Η Επιτροπή θα μπορεί στο μέλλον να μειώσει το όριο των 25 εκατ. ευρώ, ανάλογα με τη διάδοση του BIM στην αγορά.
Οι διαδικασίες ανάθεσης
Οι βασικές διαδικασίες ανάθεσης μειώνονται από πέντε σε τρεις, την ανοικτή, τη δυναμική και τη διαδικασία καινοτομίας. Στην ανοικτή διαδικασία η αναθέτουσα αρχή θα γνωστοποιεί εξαρχής εάν σκοπεύει να διαπραγματευθεί. Η εκδήλωση ενδιαφέροντος μαζί με την πρώτη προσφορά θα πρέπει να υποβάλλονται σε προθεσμία τουλάχιστον 20 ημερών από τη δημοσίευση της προκήρυξης. Οι διαπραγματεύσεις μπορούν να αφορούν μη ουσιώδη χαρακτηριστικά της σύμβασης, μεταξύ άλλων τεχνικά ή εμπορικά στοιχεία.
Η ποιότητα αποκτά μεγαλύτερο βάρος στην ανάθεση. Η βέλτιστη σχέση τιμής-ποιότητας (Best Price-Quality Ratio – BPQR) γίνεται η βασική μέθοδος, με τα ποιοτικά κριτήρια να αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 30% της συνολικής βαθμολογίας και στο 50% για συμβάσεις υψηλής έντασης εργασίας. Παρέκκλιση από τα ποσοστά αυτά επιτρέπεται εφόσον η αναθέτουσα αρχή αιτιολογήσει ότι η ποιότητα εξασφαλίζεται επαρκώς από τις τεχνικές προδιαγραφές, τους όρους εκτέλεσης ή συνδυασμό τους με τα κριτήρια ανάθεσης.
Οι ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές
Επίσης, εξειδικεύονται και οι κανόνες για τις ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές. Η τιμή θα εξετάζεται σε σχέση με τις υπόλοιπες προσφορές, την εκτιμώμενη αγοραία αξία και το κόστος της σύμβασης, καθώς και τις τιμές αντίστοιχων προηγούμενων διαγωνισμών. Ο προσφέρων θα πρέπει να αποδεικνύει ότι η τιμή του είναι οικονομικά βιώσιμη σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης, αλλιώς, η προσφορά απορρίπτεται.
Το στάδιο εκτέλεσης έργων και οι τροποποιήσεις
Στο στάδιο της εκτέλεσης μπορούν να προβλέπονται εξαρχής μηχανισμοί αναπροσαρμογής συνδεδεμένοι με αντικειμενικούς οικονομικούς δείκτες, όπως ο πληθωρισμός, οι δείκτες τιμών ή οι μεταβολές στο κόστος βασικών υλικών. Όταν η προσαρμογή γίνεται βάσει προκαθορισμένης ρήτρας, δεν θεωρείται τροποποίηση της σύμβασης.
Για τις τροποποιήσεις διατηρείται το όριο του 15% της αρχικής αξίας. Κάτω από αυτό, μία μεταβολή μπορεί να θεωρείται μη ουσιώδης και να γίνεται χωρίς νέο διαγωνισμό, εφόσον δεν αλλάζει υπέρ του αναδόχου η αρχική οικονομική ισορροπία.
Σε σχέση με το ισχύον πλαίσιο καταργείται μία πρόσθετη προϋπόθεση. Σήμερα, στα δημόσια έργα, η τροποποίηση πρέπει να βρίσκεται ταυτόχρονα κάτω από το 15% και κάτω από το ευρωπαϊκό κατώτατο όριο εφαρμογής της οδηγίας. Η δεύτερη προϋπόθεση δεν περιλαμβάνεται στη νέα πρόταση.
Ουσιώδεις μεταβολές χωρίς νέο διαγωνισμό θα επιτρέπονται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως όταν απαιτούνται πρόσθετα έργα και η αλλαγή αναδόχου δεν είναι τεχνικά ή οικονομικά εφικτή ή όταν προκύπτουν περιστάσεις που μια επιμελής αναθέτουσα αρχή δεν μπορούσε εύλογα να προβλέψει.
Για τροποποίηση άνω του 50% της αρχικής εκτιμώμενης αξίας θα απαιτείται προηγούμενη δημοσίευση και αιτιολόγηση της επιλογής να μη γίνει νέα διαδικασία ανάθεσης. Η πρόταση δεν επαναλαμβάνει στις αντίστοιχες περιπτώσεις το σημερινό 50% ως αριθμητικό ανώτατο όριο. Η μεταβολή πρέπει πάντως να είναι αναγκαία και να μην ανατρέπει την οικονομική ισορροπία υπέρ του αναδόχου.
Οι τροποποιήσεις δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για να καλύπτουν ελλείψεις στην εκτέλεση που οφείλονται στον ανάδοχο. Για τους υπεργολάβους προβλέπεται απευθείας πληρωμή από την αναθέτουσα αρχή, εφόσον το ζητήσουν και το επιτρέπει η φύση της σύμβασης. Η πληρωμή αφορά ποσά που τους οφείλονται για έργα, υπηρεσίες ή προμήθειες που έχουν παράσχει στον κύριο ανάδοχο.
Οι παραχωρήσεις
Στις παραχωρήσεις ενισχύεται η εκτίμηση και η κατανομή των κινδύνων πριν από τον διαγωνισμό. Θα πρέπει να διαχωρίζεται ο λειτουργικός κίνδυνος από τους υπόλοιπους συμβατικούς και να αποτυπώνονται βασικά οικονομικά δεδομένα, όπως το επενδυτικό κόστος και τα λειτουργικά έσοδα κ.α..
Τα κράτη μέλη θα υποχρεούνται να παρακολουθούν την απόδοση, τις αναπροσαρμογές και τις τροποποιήσεις των μεγάλων έργων υποδομής και των μακροχρόνιων συμβάσεων, όπως οι παραχωρήσεις. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης θα δημοσιοποιούνται τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο.
Κάθε χώρα θα δημιουργήσει Εθνικό Χώρο Δεδομένων Δημοσίων Συμβάσεων (National Public Procurement Data Space – NPPDS), ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο δημιουργείται διασυνδεδεμένη ψηφιακή αγορά δημοσίων συμβάσεων, ώστε οι επιχειρήσεις να μη χρειάζεται να υποβάλλουν επανειλημμένα τα ίδια στοιχεία.
Το πλαίσιο ευρωπαϊκής προτίμησης
Η πρόταση εισάγει επίσης οριζόντιο πλαίσιο ευρωπαϊκής προτίμησης. Υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με βάση τις διεθνείς δεσμεύσεις της ΕΕ, οι αναθέτουσες αρχές θα μπορούν να περιορίζουν τη συμμετοχή οικονομικών φορέων τρίτων χωρών ή να θέτουν απαιτήσεις ως προς την προέλευση. Θα μπορούν ακόμη να απορρίπτουν προσφορά όταν η αξία αγαθών, υπηρεσιών ή έργων ενωσιακής ή άλλης καλυπτόμενης προέλευσης είναι χαμηλότερη από το 50% της συνολικής εκτιμώμενης αξίας της.
Το πλαίσιο καλύπτει ακόμη ζητήματα ασφάλειας, κυβερνοασφάλειας, προστασίας κρίσιμων υποδομών και ασφάλειας εφοδιασμού. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις θα μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κίνδυνοι που απορρέουν από εξαρτήσεις από τρίτες χώρες ή από τη δομή ιδιοκτησίας, ελέγχου και χρηματοδότησης των οικονομικών φορέων.

