
Ο πραγματικός προϋπολογισμός του ελληνικού νοικοκυριού δεν χωρά σε έναν μόνο αριθμό. Η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2025 της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει μέση μηνιαία δαπάνη 1.820,20 ευρώ για αγορές αγαθών και υπηρεσιών. Όμως η διάμεση δαπάνη είναι 1.414,60 ευρώ, ένα ζευγάρι με δύο παιδιά έως 16 ετών δαπανά κατά μέσο όρο 2.726,21 ευρώ, ενώ ο ενοικιαστής αντιμετωπίζει διαφορετική πίεση από τον ιδιοκτήτη κατοικίας. Ο μέσος όρος περιγράφει τη χώρα· δεν περιγράφει απαραίτητα το σπίτι του αναγνώστη.
Τα στοιχεία, που δημοσιεύθηκαν στις 25 Σεπτεμβρίου 2026 και προέρχονται από δείγμα 5.540 ιδιωτικών νοικοκυριών, επιτρέπουν να δούμε πού καταλήγουν τα χρήματα, ποιοι περιορίζουν περισσότερο τις επιλογές τους και γιατί η αύξηση των δαπανών δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με καλύτερη ζωή.
Τα βασικά σε 30 δευτερόλεπτα
- Η μέση μηνιαία δαπάνη για αγορές έφθασε τα 1.820,20 ευρώ, από 1.724,54 ευρώ το 2024: αύξηση 95,66 ευρώ ή 5,5%.
- Σε σταθερές τιμές 2024, η αύξηση της δαπάνης ήταν 2,9%. Η ονομαστική μεταβολή περιλαμβάνει και την επίδραση των τιμών.
- Τρόφιμα, στέγαση και μεταφορές απορροφούν συνολικά 887,25 ευρώ τον μήνα στον μέσο προϋπολογισμό, περίπου το 48,7% των αγορών.
- Το 50% των νοικοκυριών δαπανά πάνω από 1.414,60 ευρώ τον μήνα. Η μεγάλη απόσταση αυτού του ορίου από τον μέσο όρο δείχνει γιατί τα 1.820 ευρώ δεν αποτελούν τον λογαριασμό κάθε οικογένειας.
Πού πηγαίνουν τα 1.820 ευρώ
Το μεγαλύτερο κονδύλι είναι η διατροφή: 371,20 ευρώ ή 20,4% της μέσης μηνιαίας δαπάνης. Ακολουθούν η στέγαση με 268,12 ευρώ, οι μεταφορές με 247,93 ευρώ και τα εστιατόρια, καφενεία και ξενοδοχεία με 215,34 ευρώ. Οι τέσσερις κατηγορίες φθάνουν μαζί τα 1.102,59 ευρώ, περίπου το 60,6% του συνόλου. Πρόκειται για μέσες δαπάνες όλων των νοικοκυριών και όλων των τύπων κατοικίας, όχι για έτοιμη λίστα λογαριασμών ενός συγκεκριμένου σπιτιού.
| Κατηγορία | Ευρώ | Μερίδιο | Μεταβολή από το 2024 |
|---|---|---|---|
| Τρόφιμα και μη οινοπνευματώδη ποτά | 371,20 | 20,4% | +4,1% |
| Στέγαση | 268,12 | 14,7% | +8,3% |
| Μεταφορές | 247,93 | 13,6% | +7,9% |
| Εστιατόρια, καφενεία, ξενοδοχεία | 215,34 | 11,8% | +5,6% |
| Υγεία | 138,24 | 7,6% | +2,8% |
| Ένδυση και υπόδηση | 88,64 | 4,9% | +2,5% |
| Ατομικός ευπρεπισμός, κοινωνική προστασία και λοιπά | 87,26 | 4,8% | +3,6% |
| Επικοινωνίες | 85,79 | 4,7% | +4,2% |
| Διαρκή αγαθά | 80,40 | 4,4% | +8,9% |
| Αναψυχή και πολιτισμός | 74,79 | 4,1% | +7,7% |
| Εκπαίδευση | 64,54 | 3,5% | +8,2% |
| Οινοπνευματώδη ποτά και καπνός | 61,67 | 3,4% | +4,3% |
| Ασφάλειες και οικονομικές υπηρεσίες | 36,28 | 2,0% | −2,4% |
| Σύνολο αγορών | 1.820,20 | 100% | +5,5% |
- ΕΛΣΤΑΤ, Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2025, πίνακας 1. Τα επιμέρους ποσά μπορεί να διαφέρουν κατά λεπτά από το σύνολο λόγω στρογγυλοποιήσεων.
Η δαπάνη για στέγαση αυξήθηκε ταχύτερα από το συνολικό «καλάθι» των αγορών, κατά 8,3% έναντι 5,5%. Η διαφορά είναι σημαντική, αλλά χρειάζεται σωστή ανάγνωση: η μεταβολή μιας δαπάνης επηρεάζεται τόσο από τιμές όσο και από ποσότητες, χρήση και σύνθεση νοικοκυριών. Δεν είναι, από μόνη της, μέτρηση της αύξησης των ενοικίων.
Το ενοίκιο αλλάζει όλη την εικόνα
Τα 268,12 ευρώ της μέσης κατηγορίας στέγασης δεν είναι το «μέσο ενοίκιο» της χώρας. Στον υπολογισμό μπαίνουν μαζί ενοικιαστές και ιδιοκτήτες, με διαφορετικά είδη δαπανών. Για τα νοικοκυριά που κατοικούν σε ενοικιασμένη κατοικία, η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ότι η στέγαση απορροφά κατά μέσο όρο 23,4% του συνολικού μηνιαίου προϋπολογισμού τους· οι καταβολές ενοικίου αντιστοιχούν σε 17,3%. Επομένως, όποιος μετατρέπει το γενικό ποσό των 268 ευρώ σε «ενοίκιο» υποτιμά και παραμορφώνει το βάρος που αντιμετωπίζουν οι ενοικιαστές.
Ούτε το 17,3% επιτρέπει να υπολογίσουμε ένα ενιαίο ενοίκιο πολλαπλασιάζοντάς το με τα 1.820,20 ευρώ. Το ποσοστό αφορά τον προϋπολογισμό της υποομάδας των ενοικιαστών, ενώ τα 1.820,20 ευρώ αφορούν το σύνολο των νοικοκυριών.
Άλλος λογαριασμός για τον έναν, άλλος για την οικογένεια
Ο τύπος του νοικοκυριού αλλάζει ριζικά το απόλυτο ποσό. Ένα άτομο κάτω των 65 ετών δαπανά κατά μέσο όρο 1.595,86 ευρώ. Για ένα μόνο άτομο ηλικίας 65 ετών και άνω η μέση δαπάνη περιορίζεται στα 829,22 ευρώ. Ένα ζευγάρι με δύο παιδιά έως 16 ετών φθάνει τα 2.726,21 ευρώ, περίπου 906 ευρώ πάνω από τον γενικό μέσο όρο. Χαμηλότερη καταγεγραμμένη δαπάνη, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι ανάγκες καλύπτονται άνετα.
| Τύπος νοικοκυριού | Μέση δαπάνη αγορών | Ως ποσοστό του γενικού μέσου |
|---|---|---|
| Ένα άτομο κάτω των 65 ετών | 1.595,86 € | 87,7% |
| Ένα άτομο 65 ετών και άνω | 829,22 € | 45,6% |
| Ζευγάρι χωρίς παιδιά | 1.620,95 € | 89,1% |
| Ζευγάρι με ένα παιδί έως 16 ετών | 2.620,51 € | 144,0% |
| Ζευγάρι με δύο παιδιά έως 16 ετών | 2.726,21 € | 149,8% |
| Μονογονεϊκό νοικοκυριό με παιδιά έως 16 ετών | 1.871,25 € | 102,8% |
- ΕΛΣΤΑΤ, ΕΟΠ 2025, πίνακας 6. Τα ποσά είναι παρατηρούμενες μέσες δαπάνες ανά κατηγορία, όχι κανονιστικό κόστος αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Το χάσμα πίσω από τον μέσο όρο
Η πιο αποκαλυπτική σύγκριση δεν αφορά μόνο πόσα ευρώ ξοδεύει κάθε ομάδα, αλλά τι περιθώριο της απομένει αφού πληρώσει τα βασικά. Στο χαμηλότερο 20% κατά ισοδύναμη καταναλωτική δαπάνη, τα τρόφιμα καταλαμβάνουν το 31,9% των αγορών και η στέγαση το 22,3%. Στο υψηλότερο 20%, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 13,2% και 11,8%. Για το πρώτο τμήμα του πληθυσμού, πάνω από το μισό διαθέσιμο ποσό για αγορές κατευθύνεται σε δύο ανάγκες, πριν από μεταφορές, υγεία, επικοινωνίες και εκπαίδευση.
Στο ίδιο χαμηλότερο πεμπτημόριο, η αναψυχή και ο πολιτισμός αντιστοιχούν μόλις στο 1,0% των δαπανών, έναντι 7,6% στο υψηλότερο. Οι μεταφορές περιορίζονται σε 6,5% έναντι 16,2%. Τα ποσοστά δεν αποδεικνύουν ότι οι ανάγκες μετακίνησης ή αναψυχής είναι μικρότερες. Δείχνουν ότι ο διαθέσιμος χώρος για τέτοιες αγορές είναι πολύ πιο στενός.
Ο λόγος της ισοδύναμης δαπάνης αγορών του ανώτερου προς το κατώτερο 20% έφθασε το 5,78, από 5,68 το 2024. Πρόκειται για δείκτη ανισότητας κατανάλωσης, όχι για σύγκριση εισοδημάτων ή περιουσιών. Η «ισοδύναμη» δαπάνη προσαρμόζει τα ποσά στο μέγεθος και στη σύνθεση των νοικοκυριών, γι’ αυτό δεν πρέπει να διαβάζεται ως μηνιαίος λογαριασμός ενός ολόκληρου νοικοκυριού.
Περισσότερα ευρώ στο ταμείο, όχι παντού περισσότερο προϊόν
Για τρόφιμα και μη οινοπνευματώδη ποτά η μέση μηνιαία δαπάνη αυξήθηκε κατά 4,1%. Στο κρέας η δαπάνη ανέβηκε κατά 9,9%, ενώ η μέση αγορασμένη ποσότητα κρέατος αυξήθηκε μόλις κατά 0,8%. Στα ψάρια η δαπάνη αυξήθηκε κατά 8,0%, αλλά η ποσότητα μειώθηκε κατά 2,6%. Μειώσεις ποσότητας καταγράφηκαν επίσης στο ψωμί και στα είδη αρτοποιίας (−2,4%), στα λαχανικά (−1,6%), στα φρούτα (−1,2%) και στο γάλα (−1,2%). Οι διαφοροποιήσεις στη σύνθεση και στην ποιότητα των αγορών σημαίνουν ότι δεν μπορούμε να μετατρέψουμε αυτά τα δύο μεγέθη σε ακριβή τιμή ανά προϊόν. Μπορούμε όμως να πούμε ότι η αύξηση του λογαριασμού δεν αντιστοιχεί παντού σε περισσότερα αγορασμένα τρόφιμα.
Η γεωγραφία του προϋπολογισμού
Στην Αττική η μέση μηνιαία δαπάνη φθάνει τα 2.081,78 ευρώ. Στη Στερεά Ελλάδα είναι 1.372,96 ευρώ και στο Νότιο Αιγαίο 1.997,11 ευρώ. Τα αστικά νοικοκυριά δαπανούν κατά μέσο όρο 1.892,86 ευρώ τον μήνα, έναντι 1.386,11 ευρώ στα αγροτικά. Η σύγκριση δείχνει διαφορές στο ύψος της δαπάνης, όχι αυτομάτως διαφορές στην ευημερία: παίζουν ρόλο η σύνθεση των νοικοκυριών, η στέγαση, οι τοπικές τιμές και η πρόσβαση σε υπηρεσίες.
Τι λέει τελικά η έρευνα
Το 2025 ο μέσος προϋπολογισμός αγορών αυξήθηκε ονομαστικά κατά 5,5%, αλλά σε σταθερές τιμές κατά 2,9%. Η αύξηση δεν μεταφράζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα σπίτια. Ο ενοικιαστής έχει βαρύτερη επιβάρυνση στέγασης, η οικογένεια με παιδιά υψηλότερο συνολικό λογαριασμό και το χαμηλότερο καταναλωτικό στρώμα λιγότερο χώρο για οτιδήποτε πέρα από τις βασικές ανάγκες.
Αυτός είναι ο πραγματικός προϋπολογισμός πίσω από τον γενικό μέσο όρο: όχι μια τιμή που ισχύει για όλους, αλλά μια κατανομή δαπανών με έντονες διαφορές. Τα 1.820,20 ευρώ μετρούν όσα δαπανήθηκαν κατά μέσο όρο για αγορές. Δεν είναι μέσο εισόδημα, δεν περιλαμβάνουν με τον ίδιο τρόπο την τεκμαρτή αξία της ιδιοκατοίκησης και δεν ορίζουν πόσα «πρέπει» να διαθέτει μια οικογένεια για να ζει αξιοπρεπώς.
Στοιχεία: ΕΛΣΤΑΤ, Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2025, δημοσίευση 25.9.2026. Η σύγκριση του 2025 με το 2024 γίνεται με τη νέα ταξινόμηση αγαθών και υπηρεσιών της έρευνας. Παλαιότερες χρονικές συγκρίσεις χρειάζονται επιφύλαξη λόγω της αναδιάρθρωσης της ΕΟΠ το 2024.
