
Η Μαρίν Λεπέν εμφανίζεται να κερδίζει ακόμη και με 57% έναντι του Εντουάρ Φιλίπ στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2027. Την ίδια στιγμή, η Γαλλία δανείζεται ακριβότερα, με δημόσιο χρέος πάνω από 3,5 τρισ. ευρώ και μια δημοσιονομική προσαρμογή που σκοντάφτει στην πολιτική της αδυναμία. Η κάλπη δεν προκαλεί αυτομάτως κρίση. Αν όμως η δυσπιστία για τον προϋπολογισμό συναντήσει μια νέα πώληση γαλλικών ομολόγων, η αναταραχή μπορεί να περάσει από το Παρίσι στις τράπεζες και σε ολόκληρη την ευρωζώνη.
Τα βασικά σε 30’’
- 57%–43% υπέρ της Λεπέν έναντι του Εντουάρ Φιλίπ και 69%–31% έναντι του Ζαν-Λυκ Μελανσόν σε υποθετικούς δεύτερους γύρους της δημοσκόπησης Toluna-Harris Interactive για RTL/M6.
- 3.536,1 δισ. ευρώ το συνολικό δημόσιο χρέος της Γαλλίας στο τέλος του α΄ τριμήνου 2026, ή 117,5% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το Insee.
- 4,63% η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς και 105,4 μονάδες βάσης η διαφορά του από το γερμανικό στο κλείσιμο της 25ης Σεπτεμβρίου. Οι τιμές ομολόγων κινούνται αντίστροφα από τις αποδόσεις τους.
- Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει δημόσιο χρέος 120,2% του ΑΕΠ και έλλειμμα 5,7% το 2027, με υπόθεση αμετάβλητης πολιτικής.
Στο Παρίσι, η εκλογική αγωνία και η δημοσιονομική αγωνία τρέχουν πλέον πάνω στην ίδια ράγα. Η νέα έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από τις 22 έως τις 24 Σεπτεμβρίου σε δείγμα 1.974 ανθρώπων, δίνει στη Λεπέν 35%–36% στον πρώτο γύρο. Πίσω της, ο Μελανσόν εμφανίζεται στο 18% έναντι 16% του Φιλίπ στα σενάρια που περιγράφονται στην έρευνα. Στον δεύτερο γύρο, το προβάδισμα της υποψήφιας του Εθνικού Συναγερμού φθάνει τις 14 μονάδες απέναντι στον Φιλίπ και τις 38 απέναντι στον Μελανσόν.
Οι αριθμοί καταγράφουν τάση, όχι αποτέλεσμα κάλπης. Η σύνθεση των υποψηφιοτήτων, η συμμετοχή, οι μετακινήσεις ανάμεσα στους δύο γύρους και η ίδια η προεκλογική καμπάνια μπορούν να αλλάξουν το τοπίο. Επιπλέον, η προεδρική υποψηφιότητα της Λεπέν υπήρξε αντικείμενο δικαστικής αβεβαιότητας. Μετά την εφετειακή απόφαση του Ιουλίου 2026, τα δημοσιευμένα στοιχεία την εμφανίζουν εκ νέου επιλέξιμη για το 2027, ενώ η υπόθεση συνεχίζει να έχει δικαστική διάσταση. Το ουσιώδες για τις αγορές είναι ότι ο Εθνικός Συναγερμός βρίσκεται σταθερά στο κέντρο της πιθανής εναλλαγής εξουσίας.
Το αδιέξοδο που άφησε πίσω του ο Μακρόν
Η πολιτική του Εμανουέλ Μακρόν δεν κατάφερε να συνδυάσει διατηρήσιμη δημοσιονομική εξυγίανση με σταθερή κοινοβουλευτική στήριξη. Μετά τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές του 2024, η κατακερματισμένη Εθνοσυνέλευση έκανε κάθε μεγάλη απόφαση για φόρους, δαπάνες και συντάξεις πεδίο σκληρής διαπραγμάτευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι συμβιβασμοί κατά την ψήφιση του προϋπολογισμού του 2026 αποδυνάμωσαν την προβλεπόμενη μείωση του ελλείμματος και ότι η πολιτική αβεβαιότητα έως τις εκλογές του 2027 περιπλέκει τις μεσοπρόθεσμες δεσμεύσεις.
Το 2025 το δημόσιο έλλειμμα ήταν 152,5 δισ. ευρώ, ή 5,1% του ΑΕΠ. Το ποσοστό μειώθηκε από το 5,8% του 2024, όμως το χρέος συνέχισε να αυξάνεται. Στο τέλος του α΄ τριμήνου 2026 έφθασε τα 3.536,1 δισ. ευρώ, ενώ η Κομισιόν βλέπει το 2027 στο 120,2% του ΑΕΠ. Με ανάπτυξη που η ίδια προβλέπει μόλις 0,8% φέτος και 1,1% το επόμενο έτος, η αριθμητική δεν επιτρέπει εύκολες υποσχέσεις.
| Δείκτης | Τελευταίο στοιχείο / πρόβλεψη | Τι δείχνει |
|---|---|---|
| Δημόσιο χρέος | €3.536,1 δισ. · 117,5% ΑΕΠ, α΄ τρίμηνο 2026 | Υψηλή βάση χρέους πριν από την εκλογική χρονιά |
| Έλλειμμα 2025 | €152,5 δισ. · 5,1% ΑΕΠ | Η προσαρμογή παραμένει αργή |
| Πρόβλεψη χρέους 2027 | 120,2% ΑΕΠ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή | Άνοδος ακόμη και χωρίς νέα δημοσιονομική ανατροπή |
| Γαλλικό δεκαετές | 4,63%, κλείσιμο 25/9/2026 | Ακριβότερος νέος δανεισμός |
| Spread έναντι Γερμανίας | 105,4 μ.β., κλείσιμο 25/9/2026 | Μεγαλύτερη επιβάρυνση ειδικά για τη Γαλλία |
Σημείωση: Τα μεγέθη χρέους και ελλείμματος αφορούν το σύνολο της γενικής κυβέρνησης. Το spread και οι αποδόσεις είναι στιγμιότυπο αγοράς της 25ης Σεπτεμβρίου, όχι τιμές της ώρας ανάγνωσης.
Το ταμπλό στέλνει μήνυμα πριν από την κάλπη
Η προειδοποίηση δεν ξεκίνησε με τη σημερινή δημοσκόπηση. Στις 25 Σεπτεμβρίου το γαλλικό δεκαετές έκλεισε στο 4,63%, έναντι 3,58% του γερμανικού. Η διαφορά των 105,4 μονάδων βάσης σημαίνει ότι η αγορά ζητούσε λίγο περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα επιπλέον ετήσιας απόδοσης για να κρατήσει δεκαετές γαλλικό χρέος αντί γερμανικού. Στα τέλη Αυγούστου το ίδιο spread βρισκόταν περίπου στις 82 μονάδες. Η αύξηση της απόδοσης δεν οφείλεται μόνο στο γαλλικό πολιτικό ρίσκο: ακριβότερη ενέργεια, υψηλότερα επιτόκια στην ευρωζώνη και γενική πώληση κρατικών τίτλων έχουν επίσης πιέσει τις αγορές.
Το πρόβλημα είναι ο συνδυασμός. Η ΕΚΤ αύξησε τον Σεπτέμβριο το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,50%, ανταποκρινόμενη σε αναζωπυρωμένες πληθωριστικές πιέσεις. Σε τέτοιο περιβάλλον, η δημοσιονομική δυσπιστία προστίθεται στο ήδη ανεβασμένο ευρωπαϊκό κόστος χρήματος. Αν οι επενδυτές κρίνουν ότι η επόμενη κυβέρνηση δεν θα μπορεί ή δεν θα θέλει να σταθεροποιήσει το χρέος, το πρόσθετο ασφάλιστρο κινδύνου μπορεί να διατηρηθεί ή να διευρυνθεί.
Ο Οργανισμός Διαχείρισης Χρέους της Γαλλίας έχει προγραμματίσει για το 2026 310 δισ. ευρώ εκδόσεις μεσομακροπρόθεσμων τίτλων, καθαρές από επαναγορές. Αυτό δεν σημαίνει ότι ολόκληρο το υφιστάμενο χρέος θα επιβαρυνθεί αμέσως από μία άνοδο του δεκαετούς: τα παλιά ομόλογα σταθερού επιτοκίου διατηρούν το κουπόνι τους. Σημαίνει όμως ότι κάθε νέα έκδοση και κάθε αναχρηματοδότηση περνά σταδιακά από την ακριβότερη αγορά. Η δημοσιονομική πίεση συσσωρεύεται με τον χρόνο.
Ενδεικτική άσκηση, όχι πρόβλεψη προϋπολογισμού: για κάθε 100 δισ. ευρώ νέου δανεισμού με σταθερό επιτόκιο, μία πρόσθετη ποσοστιαία μονάδα στο κόστος έκδοσης συνεπάγεται περίπου 1 δισ. ευρώ περισσότερους ετήσιους τόκους για αυτό το συγκεκριμένο σύνολο τίτλων. Η πραγματική επίπτωση εξαρτάται από ποσά, διάρκειες, χρόνο έκδοσης και μεταβολές όλης της καμπύλης επιτοκίων.
Η πραγματική απειλή: από το ομόλογο στον τραπεζικό ισολογισμό
Για να εξελιχθεί η γαλλική πίεση σε ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική κρίση χρειάζεται αλληλουχία γεγονότων. Πρώτα, μια επίμονη πτώση της τιμής των γαλλικών ομολόγων θα επιβάρυνε χαρτοφυλάκια τραπεζών, ασφαλιστικών εταιρειών και επενδυτικών κεφαλαίων. Έπειτα, οι αυξημένες αποδόσεις θα περνούσαν στο κόστος έκδοσης εταιρικού χρέους και στη χρηματοδότηση των τραπεζών. Εάν ταυτόχρονα ενισχυθούν οι εκροές από ομολογιακά κεφάλαια ή οι απαιτήσεις για πρόσθετες εξασφαλίσεις, οι πωλήσεις τίτλων μπορούν να αυτοτροφοδοτηθούν.
Η ΕΚΤ επισημαίνει ήδη ότι οι τράπεζες της ευρωζώνης έχουν αντικαταστήσει μέρος των αποθεματικών τους με κρατικά ομόλογα στα ρευστά τους διαθέσιμα. Αυτά τα ομόλογα είναι υψηλής ποιότητας για τους εποπτικούς δείκτες, αλλά η αγοραία αξία τους μπορεί να υποχωρήσει όταν ανεβαίνουν οι αποδόσεις. Η ίδια η ΕΚΤ τονίζει, πάντως, ότι τα κεφαλαιακά και ρευστά αποθέματα των τραπεζών έχουν ενισχυθεί και ότι η διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων περιορίζει μέρος του κινδύνου. Δεν βρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε αποδεδειγμένη τραπεζική κατάρρευση.
Η κλίμακα της Γαλλίας είναι εκείνη που κάνει τη συζήτηση ευρωπαϊκή. Ένα επίμονο σοκ στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης θα μπορούσε να οδηγήσει τους επενδυτές σε ταυτόχρονη επανατιμολόγηση κρατικών τίτλων αλλού, να ανεβάσει το κόστος κεφαλαίου των μεγάλων τραπεζών και να πιέσει την ισοτιμία και τις μετοχές. Το αποτέλεσμα δεν θα ήταν αναγκαστικά ομοιόμορφο: οι επιπτώσεις για την Ιταλία, την Ισπανία ή την Ελλάδα θα εξαρτηθούν από τα δικά τους δημοσιονομικά δεδομένα και τη διάθεση ανάληψης κινδύνου εκείνη τη στιγμή.
Μπορεί η ΕΚΤ να σηκώσει μόνη της το βάρος;
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαθέτει εργαλεία για να αντιμετωπίζει μια αδικαιολόγητη, άτακτη διατάραξη της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Το Transmission Protection Instrument, όμως, δεν αποτελεί λευκή επιταγή για κάθε κράτος που βλέπει τις αποδόσεις του να ανεβαίνουν. Η ενεργοποίησή του προϋποθέτει αξιολόγηση της δημοσιονομικής συμμόρφωσης, της βιωσιμότητας του χρέους και της φύσης της πίεσης. Η Γαλλία παραμένει σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, στοιχείο που καθιστά τη συζήτηση πολιτικά και τεχνικά ευαίσθητη· δεν συνιστά αυτόματη και οριστική απόρριψη κάθε παρέμβασης.
Ταυτόχρονα, ο παλιός αγοραστής που απορροφούσε μέρος των εκδόσεων αποσύρεται σταδιακά. Η Banque de France ανακοίνωσε ότι τα κρατικά ομόλογα που διακρατεί στο πλαίσιο των προγραμμάτων APP και PEPP μειώθηκαν από 546 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025 σε 488 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2026, αποκλειστικά λόγω λήξεων, χωρίς πωλήσεις στην αγορά. Η διευκρίνιση έχει σημασία: η κεντρική τράπεζα δεν ξεφορτώνεται ενεργά γαλλικό χρέος, αλλά η αυτόματη απορρόφηση νέας προσφοράς τίτλων από τα παλιά προγράμματα έχει σταματήσει.
Τρία σενάρια για την περίοδο έως το 2027
| Σενάριο | Τι θα το πυροδοτούσε | Ενδεικτικός δείκτης παρακολούθησης | Ευρωπαϊκή συνέπεια |
|---|---|---|---|
| Ελεγχόμενη πίεση | Αξιόπιστος προϋπολογισμός και εκλογική συζήτηση με σαφή δημοσιονομικά σχέδια | Spread που υποχωρεί διατηρήσιμα κάτω από 100 μ.β. | Η αναταραχή παραμένει κυρίως γαλλική |
| Παρατεταμένη δυσπιστία | Αδύναμη κοινοβουλευτική συμφωνία, καθυστέρηση προσαρμογής και υψηλά ευρωπαϊκά επιτόκια | Επίμονη κίνηση στην περιοχή 120–150 μ.β. | Ακριβότερη χρηματοδότηση για τράπεζες και επιχειρήσεις, επιλεκτικές πιέσεις σε άλλα κρατικά ομόλογα |
| Συστημικό σοκ | Συνδυασμός πολιτικής σύγκρουσης, δημοσιονομικής εκτροπής και άτακτων πωλήσεων τίτλων | Επίμονη διεύρυνση πέρα από 150–200 μ.β. μαζί με δυσλειτουργία της αγοράς | Κίνδυνος ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής μετάδοσης και ανάγκη συντονισμένης αντίδρασης |
Τα όρια των 120, 150 και 200 μονάδων βάσης αποτελούν δημοσιογραφικά σενάρια παρακολούθησης, όχι στόχους αναλυτών ή επίσημες προβλέψεις. Κανένα επίπεδο spread από μόνο του δεν πιστοποιεί κρίση.
Γιατί έχει σημασία
Το ερώτημα για το 2027 δεν είναι απλώς αν η Λεπέν θα περάσει την πύλη του Μεγάρου των Ηλυσίων. Είναι με ποια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ποιον προϋπολογισμό και ποια σχέση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες θα κυβερνήσει όποιος την περάσει. Οι αγορές θα αξιολογήσουν το συγκεκριμένο μείγμα δαπανών, φόρων, ανάπτυξης και αποπληρωμών. Ένας πρόεδρος με καθαρή εντολή αλλά χωρίς πειστικό τρόπο να χρηματοδοτήσει τις δεσμεύσεις του μπορεί να αντιμετωπίσει ακριβότερο χρήμα πολύ πριν εφαρμόσει την πρώτη πολιτική του.
Εδώ βρίσκεται η θρυαλλίδα για την Ευρωπαϊκή Ένωση: αν η Γαλλία, κεντρικό κράτος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, βρεθεί σε διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη λαϊκή εντολή, στην ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής και στους όρους στήριξης της κοινής νομισματικής πολιτικής, οι αποφάσεις στις Βρυξέλλες και στη Φρανκφούρτη θα γίνουν πολύ δυσκολότερες. Ο κίνδυνος αφορά τόσο τις τιμές των τίτλων όσο και την πολιτική συνοχή του ευρώ.
Τι να προσέξουμε
Την αντοχή του spread πάνω από τις 100 μονάδες βάσης, τις επόμενες εκδόσεις της Agence France Trésor, το τελικό σχέδιο προϋπολογισμού, τις αναθεωρήσεις των προβλέψεων ανάπτυξης και ελλείμματος, καθώς και το κατά πόσο οι προεδρικοί υποψήφιοι παρουσιάζουν κοστολογημένο σχέδιο. Το πραγματικό καμπανάκι θα χτυπήσει αν οι υψηλότερες αποδόσεις συνοδευτούν από αδύναμη ζήτηση στις δημοπρασίες, τραπεζική πίεση και ταυτόχρονη διεύρυνση των spreads σε άλλα κράτη.
Η Γαλλία δεν έχει πέσει στον γκρεμό. Βρίσκεται όμως σε ένα σημείο όπου ένα πολιτικό λάθος, μια νέα ενεργειακή αναταραχή και η δυσπιστία της αγοράς μπορούν να ενισχύσουν το ένα το άλλο. Η Ευρώπη έχει άμυνες· το μέγεθος της Γαλλίας θα τις δοκιμάσει όσο λίγες άλλες κρίσεις.
Στοιχεία / Πηγές
Toluna-Harris Interactive για RTL/M6, δημοσκόπηση 22–24 Σεπτεμβρίου 2026, όπως δημοσιοποιήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου· Insee, δημόσιο χρέος α΄ τριμήνου 2026 και δημοσιονομικό αποτέλεσμα 2025· Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εαρινές προβλέψεις 2026 και έκθεση χώρας για τη Γαλλία· Agence France Trésor, πρόγραμμα χρηματοδότησης 2026· Banque de France, ανακοίνωση 12 Σεπτεμβρίου 2026 για τις διακρατήσεις APP/PEPP· Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Financial Stability Review Μαΐου 2026, απόφαση επιτοκίων 10 Σεπτεμβρίου 2026 και πλαίσιο TPI· ιστορικά στοιχεία αγοράς OAT/Bund έως 25 Σεπτεμβρίου 2026.
