Σημαντικές αποκλίσεις καταγράφονται στην ταχύτητα μείωσης του εγγυημένου υπολοίπου των τιτλοποιήσεων του «Ηρακλή». Πίσω από την απόσταση βρίσκονται η σύνθεση των χαρτοφυλακίων, η ποιότητα των απαιτήσεων αλλά και οι καθυστερήσεις στις ρυθμίσεις και τις ανακτήσεις.
Σημαντικές αποκλίσεις καταγράφονται στην ταχύτητα μείωσης του εγγυημένου υπολοίπου των τιτλοποιήσεων του «Ηρακλή». Σε κάποιες περιπτώσεις το υπόλοιπο των εγγυημένων ομολογιών υψηλής εξασφάλισης έχει συρρικνωθεί σημαντικά, ενώ σε άλλες, η απομείωση εξελίσσεται με σαφώς βραδύτερο ρυθμό, εξέλιξη που συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη σύνθεση και την ποιότητα των χαρτοφυλακίων.
Από το 2021 έως και τον Ιούνιο του 2026, το εγγυημένο υπόλοιπο των τιτλοποιήσεων του «Ηρακλή» μειώθηκε κατά περίπου 2,08 δισ. ευρώ, στα 16,48 δισ. ευρώ. Μόνο που το νούμερο αυτό λέει τη μισή αλήθεια. Οι μεγάλες τιτλοποιήσεις της περιόδου 2021 – 2022 είχαν ανεβάσει τις κρατικές εγγυήσεις στα 18,56 δισ. ευρώ. Σήμερα, το αντίστοιχο υπόλοιπο διαμορφώνεται στα 14,13 δισ. ευρώ, έχοντας υποχωρήσει κατά 4,43 δισ. ευρώ ή 23,9%. Το 2025 ωστόσο, προστέθηκαν στον «Ηρακλή» έξι ακόμη τιτλοποιήσεις, με συνολική εγγύηση περίπου 2,33 δισ. ευρώ.
Όπως προκύπτει, συναλλαγές που περιλάμβαναν μεγαλύτερο ποσοστό εξασφαλισμένων ή ήδη ρυθμισμένων απαιτήσεων εμφανίζουν ταχύτερη αποκλιμάκωση των εγγυημένων ομολογιών σε σχέση με χαρτοφυλάκια που συγκέντρωσαν δάνεια με πολυετή καθυστέρηση ή περιορισμένες δυνατότητες αναδιάρθρωσης.
Το «Cairo III» της Eurobank και το «Galaxy IV» της Alpha φαίνεται να έχουν υπεραποδόσει σημαντικά. Από τα τέλη του 2021 έχουν «σβήσει» το 84,6% και 78,9% αντίστοιχα του αρχικού εγγυημένου υπολοίπου. Το Cairo III, μάλιστα, από τα 724,2 εκατ. ευρώ έχει περιοριστεί στα 111,4 εκατ. ευρώ σε επίπεδο εγγυήσεων, ενώ το «Galaxy IV» από τα 616,7 εκατ. ευρώ στα 130,2 εκατ. ευρώ.
Στην ίδια γραμμή, αν και με μικρότερη ταχύτητα, κινούνται το «Sunrise II» της Πειραιώς και το «Frontier I» της Εθνικής. Το πρώτο έχει απομειώσει το 41,4% του αρχικού υπολοίπου και το δεύτερο το 39,2%. Σε απόλυτους αριθμούς, το Frontier έχει «γράψει» τη μεγαλύτερη μείωση από τις αρχικές συναλλαγές, με το εγγυημένο υπόλοιπο να έχει περιοριστεί κατά 1,23 δισ. ευρώ, από τα 3,15 δισ. ευρώ στα 1,91 δισ. ευρώ.
Στον αντίποδα, υπάρχουν σημαντικές συναλλαγές οι οποίες υστερούν σημαντικά. Το «Phoenix» της Πειραιώς έχει περιορίσει το εγγυημένο υπόλοιπο μόλις κατά 2,8%, το «Galaxy II» της Alpha κατά 4,2%, ενώ «Cairo I», «Vega I» και «Vega II» παραμένουν επίσης σε μονοψήφια ποσοστά απομείωσης. Ενδεικτικά, το «Cairo I» συγκέντρωσε μεγάλο όγκο στεγαστικών και καταναλωτικών, βαθιά «κόκκινων», δανείων, ενώ το «Cairo ΙΙ» περιλάμβανε απαιτήσεις μικρομεσαίων επιχειρήσεων που εμφανίζουν μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας ως προς τη ρύθμιση και την ανάκτηση.
Παράγοντες με γνώση του θέματος επισημαίνουν πάντως ότι η πορεία των ανακτήσεων πρέπει να αξιολογείται λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς, χωρίς αυτό να αναιρεί τις αποκλίσεις που εξακολουθούν να καταγράφονται μεταξύ των επιμέρους τιτλοποιήσεων. Κατά την έναρξη του προγράμματος παροχής κρατικών εγγυήσεων σε τιτλοποιήσεις, δεν υπήρχαν οι απαραίτητες υποδομές, ψηφιακές πλατφόρμες και τυποποιημένες διαδικασίες που διαθέτει σήμερα ο κλάδος των servicers, με αποτέλεσμα σημαντικό μέρος των ενεργειών να διεκπεραιώνεται χειροκίνητα. Παράλληλα, οι δικαστικές διαδικασίες εξακολουθούν να αποτελούν βασική πηγή καθυστερήσεων, καθώς η προσφυγή των οφειλετών στα δικαστήρια μπορεί να παρατείνει σημαντικά τον χρόνο ανάκτησης απαιτήσεων, ακόμη και όταν δεν μεταβάλλεται η τελική έκβαση της υπόθεσης.
Ιδιαίτερο ζήτημα αναδεικνύεται στις μικρές επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά, όπου η προσδοκία ενός μεγάλου «κουρέματος» συχνά αποδεικνύεται ισχυρότερη από τα πραγματικά περιθώρια ρύθμισης. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι πολλές από αυτές τις περιπτώσεις θα μπορούσαν να οδηγηθούν στον Εξωδικαστικό, όμως η προσφυγή στη δικαστική οδό παραμένει επιλογή, ενίοτε με την προσδοκία μιας διαγραφής αντίστοιχης με εκείνη που έγινε σε μεγάλες εταιρικές αναδιαρθρώσεις.
Στις μεγάλες επιχειρήσεις, σε αρκετές περιπτώσεις, ο δανεισμός είχε ανέβει σε επίπεδα που υπερέβαιναν την αξία των εξασφαλίσεων, δημιουργώντας μεγαλύτερο περιθώριο για απομειώσεις. Στις μικρότερες επιχειρήσεις η εικόνα είναι συχνά διαφορετική, καθώς η αξία της περιουσίας μπορεί να υπερβαίνει το ύψος της οφειλής, περιορίζοντας αντίστοιχα το περιθώριο διαγραφής. Έτσι, η προσδοκία για «κούρεμα» που δημιουργήθηκε από τις μεγάλες αναδιαρθρώσεις μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας καθυστέρησης για ένα μέρος των μικρότερων οφειλών.
Ευρύτερα ωστόσο, η διατήρηση της τροχιάς μείωσης του όγκου «κόκκινων» δανείων αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι οι τιτλοποιήσεις κλήθηκαν να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον που επηρεάστηκε διαδοχικά από την πανδημία, την ενεργειακή κρίση και την άνοδο των επιτοκίων. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι ένα τμήμα δανειοληπτών κατάφερε να επανέλθει σε καθεστώς εξυπηρέτησης μέσω ρυθμίσεων και λύσεων αναδιάρθρωσης.

