Χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία έχουν επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης που συχνά υπερβαίνουν τον μέσο όρο.
Τα εύσημά της στην Ελλάδα που έβαλε σε τάξη τα δημόσια οικονομικά της, απέδωσε η Κριστίν Λαγκάρντ, με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας παράλληλα να κλείνει την πόρτα στη γαλλική προεδρία.
«Δεν βρισκόμαστε ούτε στο 2008 ούτε στο 2011: το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι πολύ πιο εύρωστο», διεμήνυσε η επικεφαλής της ΕΚΤ, επισημαίνοντας ότι χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, οι οποίες «πέρασαν από πολύ επώδυνες κρίσεις, εξυγίαναν τα δημόσια οικονομικά τους… έκτοτε έχουν επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης που συχνά υπερβαίνουν τον μέσο όρο».
Ταυτόχρονα, επεσήμανε πως: «δεν θα ήταν καλή ιδέα» να θέσει υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας το 2027, εξηγώντας στην εφημερίδα La Croix την Τετάρτη ότι, εάν αποχωρούσε πρόωρα από την ΕΚΤ μέσα στο 2027, αυτό θα γινόταν μόλις λίγους μήνες πριν από τη λήξη της θητείας της.
«Δεν θα ήταν καθόλου καλή ιδέα», φέρεται να δήλωσε η Λαγκάρντ. «Καταρχάς, τίθεται το ζήτημα της ζωτικότητας, της ενέργειας και των δυνάμεων. Υπάρχει επίσης μια αναπόφευκτη αίσθηση θυσίας σε αυτού του είδους τη δέσμευση. Και είμαι 70 ετών» εξήγησε.
Οι δηλώσεις της φαίνεται να βάζουν τέλος στις εικασίες ότι θα μπορούσε να αποχωρήσει πρόωρα από την ΕΚΤ για να διεκδικήσει το ύπατο αξίωμα στη Γαλλία το επόμενο έτος. Η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, παραιτήθηκε την περασμένη εβδομάδα για να αναλάβει ανώτερη θέση στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, πυροδοτώντας μια εκτεταμένη διαδικασία αναδιάρθρωσης στην ηγεσία του ισχυρότερου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος της Ευρώπης.
Η Λαγκάρντ επισήμανε ότι η Γαλλία βρίσκεται επί του παρόντος σε επισφαλή οικονομική κατάσταση.
«Όταν το χρέος πλησιάζει το 120% του ΑΕΠ χωρίς σαφή πορεία ελέγχου της αύξησής του, πρόκειται για σοβαρό ζήτημα. Απαιτούνται μια αξιόπιστη πορεία για το μέλλον, συλλογική αποφασιστικότητα και μεταρρυθμίσεις για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης».
Τόνισε ότι η Γαλλία πρέπει να περιορίσει τη γραφειοκρατία, να εμβαθύνει τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του συνταξιοδοτικού συστήματος, το οποίο δέχεται πιέσεις λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής.

