Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές διαμορφώθηκαν σε 238,6 δισ. ευρώ, ωστόσο το μερίδιό τους στο συνολικό ιδιωτικό χρέος υποχώρησε περαιτέρω στο 56,7%.
Στα 420,9 δισ. ευρώ (169% του ΑΕΠ), κατά 22,1 δισ. ευρώ υψηλότερο σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, ανήλθε το συνολικό ιδιωτικό χρέος το πρώτο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με το τρίτο τεύχος του τριμηνιαίου δελτίου για το ιδιωτικό χρέος από το Ίδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και την CEPAL.
Όπως αναφέρεται η αύξηση αυτή προέρχεται κυρίως από τη χρηματοπιστωτική επέκταση, που είναι γενικά θετική και συμβατή με την ανάκαμψη των επενδύσεων, και δευτερευόντως από την περαιτέρω συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές διαμορφώθηκαν σε 238,6 δισ. ευρώ, ωστόσο το μερίδιό τους στο συνολικό ιδιωτικό χρέος υποχώρησε περαιτέρω στο 56,7%. Οι οφειλές προς το Δημόσιο εξακολουθούν να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 70% του συνόλου. Το συνολικό ύψος των δανείων αυξήθηκε σε €254,6 δισ., με τα επιχειρηματικά δάνεια να συμβάλλουν στο μεγαλύτερο μέρος της ετήσιας αύξησης.
Παράλληλα, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων που διακρατούν οι τράπεζες και οι εταιρείες διαχείρισης υποχώρησε στο 28,4%, με τις εταιρείες διαχείρισης να εξακολουθούν να διαχειρίζονται περισσότερο από το 90% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνέβαλε στην αυξημένη μεταβλητότητα των τιμών ενέργειας και αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων το 2026. Παρά τις διεθνείς προκλήσεις, η ελληνική οικονομία κατέγραψε θετικό ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης 1,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 1% στην Ευρωζώνη, με τη μεγέθυνση να στηρίζεται στις πάγιες επενδύσεις, την ιδιωτική κατανάλωση και τις εξαγωγές. Η δημοσιονομική επίδοση και η επενδυτική δραστηριότητα παρέμειναν ισχυρές, ενώ προκλήσεις εξακολουθούν να αποτελούν ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός, η αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών, η υποτονική εξέλιξη του διαθέσιμου εισοδήματος και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Η δραστηριότητα στην αγορά ακινήτων διατήρησε τη δυναμική της στις αρχές του 2026. Η κατασκευαστική δραστηριότητα αυξήθηκε κατά 16,9%, σε ετήσια βάση, το πρώτο τρίμηνο, ενώ ο πληθωρισμός στο κόστος των υλικών επιταχύνθηκε. Οι τιμές των κατοικιών συνέχισαν την ανοδική τους πορεία, καταγράφοντας ετήσια αύξηση κατά 5,8% σε εθνικό επίπεδο, με τη Θεσσαλονίκη να εμφανίζει ισχυρότερη αυξητική τάση σε σχέση με την Αθήνα. Οι νεόδμητες κατοικίες με ένα υπνοδωμάτιο κατέγραψαν τις μεγαλύτερες ετήσιες αυξήσεις στις ζητούμενες τιμές πώλησης. Παράλληλα, οι νέες εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, φθάνοντας τα 1,14 δισ. ευρώ το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ενώ το ποσοστό των ολοκληρωμένων πλειστηριασμών υποχώρησε κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.
Το παρόν τεύχος περιλαμβάνει ειδική ανάλυση για την προσφορά κατοικιών στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αξιοποιώντας στοιχεία και αναλύσεις που παρέχονται από την ReDataset. Συγκεκριμένα, εξετάζει το προφίλ της προσφοράς κατοικιών στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη κατά την περίοδο 2025–2026. Οι αγγελίες κατοικιών προς πώληση αυξήθηκαν κατά περίπου 15%–26% στις περιοχές που εξετάστηκαν, ωστόσο η αύξηση αυτή συνοδεύτηκε από λιγότερες συναλλαγές και μεγαλύτερους χρόνους παραμονής των ακινήτων στην αγορά.
Η σύνθεση της προσφοράς διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των επιμέρους περιοχών: τα νεόδμητα ακίνητα αντιπροσωπεύουν αισθητά μεγαλύτερο μερίδιο στα Νότια και Βόρεια Προάστια της Αθήνας, ενώ στο Κέντρο της Αθήνας και στον Πειραιά η αύξηση της προσφοράς προέρχεται κυρίως από παλαιότερες κατοικίες που επανέρχονται στην αγορά. Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν τη σημασία της εξέτασης όχι μόνο της συνολικής αύξησης της προσφοράς κατοικιών, αλλά και της γεωγραφικής της κατανομής, της ηλικίας του οικιστικού αποθέματος και της δυνατότητάς του να ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες ζήτησης. Για την άμβλυνση των πιέσεων στην αγορά κατοικίας, η στεγαστική πολιτική κρίνεται σκόπιμο να εστιάζει στην περαιτέρω ενίσχυση της προσφοράς, με τρόπο που να ανταποκρίνεται αποτελεσματικότερα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και ανάγκες της ζήτησης.

