Τρεις είναι οι παράγοντες τόσο σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο οι οποίοι θα μπορούσαν είτε να ενισχύσουν είτε να περιορίσουν τις πληθωριστικές πιέσεις που θα πρέπει να μελετά προσεκτικά η ΕΚΤ.
Τρεις είναι οι παράγοντες τόσο σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο οι οποίοι θα μπορούσαν είτε να ενισχύσουν είτε να περιορίσουν τις πληθωριστικές πιέσεις που θα πρέπει να μελετά προσεκτικά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προκειμένου να αποφασίσει εάν χρειάζονται περισσότερες αυξήσεις επιτοκίων, σύμφωνα με το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Ιζαμπέλ Σνάμπελ.
Υπενθυμίζεται πως η ΕΚΤ έχει αυξήσει τα επιτόκια δύο φορές φέτος καθώς η εκτίναξη των τιμών ενέργειας έστειλε τον πληθωρισμό πολύ πάνω από το στόχο του 2%. Όπως αναφέρει το Reuters, οι αγορές προεξοφλούν έως και τέσσερις ακόμη αυξήσεις μέσα στον επόμενο χρόνο καθώς το υψηλό ενεργειακό κόστος αρχίζει να μετακυλίεται στην ευρύτερη οικονομία.
Η Σνάμπελ που διατηρεί πιο «σκληρές» θέσεις για τη νομισματική πολιτική δεν διευκρίνισε ποια πορεία νομισματικής πολιτικής προτιμά, περιέγραψε ωστόσο τους παράγοντες που θα μπορούσαν να κρίνουν εάν υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω κινήσεις.
Ο πρώτος παράγοντας είναι το κατά πόσο μία επίμονη άνοδος στις τιμές ενέργειας θα επηρεάσει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό ιδίως μετά από μία μακρά περίοδο με υψηλό πληθωρισμό μετά την πανδημία.
«Αν και τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια υψηλού πληθωρισμού καθιστούν τις τιμές πιο ανθεκτικές και μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση των προσδοκιών των νοικοκυριών για τιμές ή μισθούς, οι περισσότερες μετρήσεις των μακροπρόθεσμων προσδοκιών παραμένουν κοντά στο 2% εν μέρει χάρη στις ίδιες τις αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ», δήλωσε η Σνάμπελ σε ομιλία της στο Λουξεμβούργο.
«Όσο οι προσδοκίες παραμένουν σταθερές και υποστηρίζονται από ένα ιστορικό επίτευξης του στόχου για τον πληθωρισμό, η νομισματική πολιτική μπορεί να ανεχθεί μια πιο σταδιακή επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο», πρόσθεσε.
Δεύτερος παράγοντας είναι το κατά πόσο η συνολική ζήτηση στην οικονομία θα παραμείνει ανθεκτική εφόσον το υψηλότερο κόστος μετακυλίεται ευκολότερα στους καταναλωτές όταν η οικονομική ανάπτυξη διατηρεί τη δυναμική της.
Τρίτο στοιχείο που πρέπει να αποτελεί αντικείμενο παρατήρησης είναι ο αντίκτυπος που θα έχει στην παγκόσμια οικονομία η πρόσφατη άνοδος του κόστους δανεισμού λόγω της ανόδου των αποδόσεων στα αμερικανικά ομόλογα.
«Είναι επομένως πιθανό η οικονομία να αντιδράσει περισσότερο στην πρόσφατη σύσφιξη απ’ ό,τι υποθέτουμε σήμερα, γεγονός που θα περιόριζε τις πληθωριστικές πιέσεις μεσοπρόθεσμα σε σχέση με την κεντρική μας πρόβλεψη», επισήμανε.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια, η ισχυρή δυναμική της πιστωτικής επέκτασης υποδηλώνει ότι τα επιτόκια εξακολουθούν να μην περιορίζουν την οικονομική δραστηριότητα και ότι είναι επίσης πιθανό το επίπεδο στο οποίο η νομισματική πολιτική γίνεται «περιοριστική» να βρίσκεται πλέον υψηλότερα απ’ ό,τι θεωρούνταν προηγουμένως.

