Η κατεύθυνση όμως είναι σαφής. Και αυτή τη φορά η αιτία δεν βρίσκεται στην ενέργεια ή στις συσκευασίες, αλλά στο ίδιο το μαντρί.
Η φέτα, το προϊόν που για χρόνια λειτουργούσε ως σταθερό σημείο αναφοράς στο ελληνικό τραπέζι, μπαίνει σε τροχιά ανατιμήσεων. Στο πρόσφατο συνέδριο του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Φέτας εκτίμησε ότι η τιμή στο ράφι μπορεί να κινηθεί από τα 12 με 13 ευρώ το κιλό σήμερα προς τα 15 με 16 ευρώ μέσα στους επόμενους δύο μήνες.
Πρόκειται για εκτίμηση του κλάδου και όχι για τετελεσμένο γεγονός. Η κατεύθυνση όμως είναι σαφής. Και αυτή τη φορά η αιτία δεν βρίσκεται στην ενέργεια ή στις συσκευασίες, αλλά στο ίδιο το μαντρί.
Η ευλογιά των αιγοπροβάτων δεν ήταν ένα ακόμη υγειονομικό επεισόδιο. Έως τα τέλη Μαΐου, σύμφωνα με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, είχαν θανατωθεί σχεδόν μισό εκατομμύριο ζώα. Πίσω από αυτόν τον αριθμό βρίσκονται κτηνοτρόφοι που έχασαν μέσα σε λίγες ημέρες το κεφάλαιο μιας ζωής και περιοχές όπου τα μαντριά παραμένουν κλειστά.
Για να παραχθεί ένα κιλό φέτας χρειάζονται περίπου τέσσερα λίτρα γάλακτος. Όταν το γάλα λιγοστεύει, η πίεση περνά αναπόφευκτα στην αλυσίδα. Τον Ιούλιο η τιμή του πρόβειου γάλακτος στον παραγωγό ήταν περίπου 13% υψηλότερη από πέρυσι. Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση. Η υψηλότερη τιμή ωφελεί όσους εξακολουθούν να αρμέγουν. Εκείνος που έχασε το κοπάδι του δεν έχει τίποτα να πουλήσει, όσο καλή κι αν είναι η τιμή.
Την ίδια ώρα που η παραγωγή υποχωρεί, οι εξαγωγές φέτας κινούνται ανοδικά, με αύξηση περίπου 7% μέσα στη χρονιά. Η ζήτηση από το εξωτερικό παραμένει τόσο ισχυρή ώστε, όπως περιγράφουν οι ίδιοι οι μεταποιητές, οι ξένοι αγοραστές ζητούν ποσότητες χωρίς να διαπραγματεύονται την τιμή. Ο Έλληνας καταναλωτής ανταγωνίζεται πλέον τον Γερμανό ή τον Αμερικανό αγοραστή για το ίδιο κιλό τυριού, και η εγχώρια αγορά γίνεται η αγορά που απορροφά ό,τι απομένει.
Ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο το ράφι του σούπερ μάρκετ και το πρόβλημα δεν είναι τόσο απλό. Κινδυνεύουν να χαθούν αγορές. Αν η ελληνική φέτα δεν μπορέσει να καλύψει τη ζήτηση στο εξωτερικό, τον χώρο θα καλύψουν τα λευκά τυριά άλμης άλλων χωρών, τα οποία περιμένουν ακριβώς μια τέτοια ευκαιρία. Ένα ράφι που χάνεται σε μια ξένη αλυσίδα κερδίζεται ξανά πολύ δύσκολα, πόσω μάλλον αν το υποκατάστατο προϊόν διατίθεται και σε χαμηλότερες τιμές.
Ο κλάδος εκτιμά ότι απαιτούνται τουλάχιστον δύο χρόνια για να επανέλθει η παραγωγή πρόβειου γάλακτος στα προ της ευλογιάς επίπεδα. Ο λόγος είναι βιολογικός και όχι γραφειοκρατικός. Ένα θηλυκό αρνί χρειάζεται χρόνο για να γίνει παραγωγική προβατίνα.
Οι κτηνοτρόφοι έχουν ήδη αρχίσει να κρατούν περισσότερα θηλυκά αρνιά στα κοπάδια αντί να τα διαθέτουν για σφαγή. Είναι η σωστή επιλογή για το μέλλον, έχει όμως κόστος στο παρόν. Λιγότερα ζώα για σφαγή σημαίνει λιγότερο κρέας στην αγορά όταν ήδη το αρνί και το κατσίκι έχουν ακριβύνει αισθητά μέσα στο τελευταίο έτος. Η εναλλακτική είναι αυτή των εισαγωγών ζώων, ωστόσο η
Διεπαγγελματική ζητά ιδιαίτερη προσοχή, καθώς η φέτα ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) συνδέεται με συγκεκριμένες φυλές και συνθήκες εκτροφής.
Η δημόσια συζήτηση έχει εστιάσει κυρίως στις αποζημιώσεις για τα θανατωμένα ζώα. Είναι απαραίτητες, αλλά κλείνουν τον λογαριασμό του παρελθόντος. Δεν χρηματοδοτούν το μέλλον. Ο κτηνοτρόφος που θα επιλέξει να ξαναστήσει το κοπάδι του, θα περάσει ένα έως δύο χρόνια με έξοδα για ζωοτροφές, εργασία και κτηνιατρική φροντίδα, χωρίς το αντίστοιχο εισόδημα από το γάλα.
Εδώ βρίσκεται και το ζήτημα του χρόνου.
Η παρέμβαση έχει αξία τώρα, πριν από τη νέα περίοδο των γεννήσεων, και όχι όταν θα έχουν ολοκληρωθεί οι διοικητικές διαδικασίες. Ένα στοχευμένο πρόγραμμα ανασύστασης θα μπορούσε να συνδυάζει τρία στοιχεία. Πρώτον, ενίσχυση για την αγορά ή τη διατήρηση ζώων αναπαραγωγής, με προτεραιότητα σε όσους έχασαν το κοπάδι τους και τηρούν κανόνες βιοασφάλειας. Δεύτερον, γέφυρα ρευστότητας μέσω του τραπεζικού συστήματος και των αναπτυξιακών εργαλείων για τα μη παραγωγικά χρόνια. Τρίτον, ένα σαφές κτηνιατρικό πρωτόκολλο για τις εισαγωγές ζώων, συμβατό με τις προδιαγραφές της φέτας. Χωρίς βιοασφάλεια, η ανασύσταση κινδυνεύει να γίνει απλώς η προετοιμασία του επόμενου κρούσματος.
Ο καταναλωτής θα απορροφήσει, με δυσφορία, μια προσωρινή άνοδο της τιμής. Αυτό που δεν απορροφάται εύκολα είναι η απώλεια της παραγωγικής βάσης. Η φέτα δεν είναι απλώς ένα τυρί. Είναι η ναυαρχίδα των εξαγωγών της ελληνικής κτηνοτροφίας και το εισόδημα χιλιάδων οικογενειών στην ύπαιθρο. Αν τα κοπάδια ξαναστηθούν έγκαιρα, οι τιμές θα βρουν ξανά την ισορροπία τους. Αν όχι, τη θέση της ελληνικής φέτας στα ράφια του κόσμου θα την πάρουν άλλοι, και αυτή η απώλεια, δυστυχώς, δεν θα είναι προσωρινή…

