Η αγορά των αμοιβαίων πλησιάζει τα 34 δισ. ευρώ, με τα ομολογιακά να απορροφούν τη μερίδα του λέοντος και την Εθνική να κερδίζει αισθητά έδαφος. Την ίδια ώρα, η επέλαση των third-party προϊόντων στα τραπεζικά δίκτυα αλλάζει τους όρους της μάχης για τα μερίδια και τον χώρο της εγχώριας παραγωγής.
Κατά 4,4 δισ. ευρώ «ψήλωσε» το ενεργητικό των εγχώριων εταιρειών διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, οδεύοντας προς τα 34 δισ. ευρώ (33,78 δισ. ευρώ) εκ των οποίων 28,3 δισ. ευρώ συγκεντρώνονται στις θυγατρικές των τεσσάρων συστημικών τραπεζών.
Οι τρεις εκ των τεσσάρων κατάφεραν να διευρύνουν με διψήφιο ποσοστό το ενεργητικό τους – εξαίρεση η Alpha ΑΕΔΑΚ που «ψήλωσε» κατά 9,2% – με την Εθνική Asset Management να ξεχωρίζει, καθώς η αύξηση του ενεργητικού της συνοδεύτηκε και από σημαντική ενίσχυση του μεριδίου αγοράς της, κατά σχεδόν μία ποσοστιαία μονάδα από τις αρχές του έτους, φτάνοντας πέριξ του 17,8%. Επίδοση που αποκτά μεγαλύτερο βάρος αν αναλογιστεί κανείς ότι στις αρχές του περασμένου έτους το μερίδιό της βρισκόταν κοντά στο 14%.
Η εικόνα των ροών δίνει σε μεγάλο βαθμό την απάντηση, καθώς τόσο οι νέες τοποθετήσεις όσο και η «ανακύκλωση» υφιστάμενων κεφαλαίων δεν συγκεντρώνονται ισόρροπα μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών. Μεγαλύτερη κινητικότητα εντοπίζεται στα διεθνή ομολογιακά αμοιβαία, όπου οι καθαρές εισροές από την αρχή του έτους έχουν ξεπεράσει τα 1,2 δισ. ευρώ, την ώρα που τα εγχώρια μετοχικά παραμένουν σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα, κοντά στα 181 εκατ. ευρώ. Με αυτό τον τρόπο, περιορίζεται και ένα δυνητικά σημαντικό κανάλι στήριξης για το Χρηματιστήριο Αθηνών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ευρεία «γραμμή παραγωγής» της Εθνικής στα ομολογιακά και κυρίως στα target maturities συνεχίζει να της αποφέρει «καρπούς», τόσο σε επίπεδο διεύρυνσης του ενεργητικού, όσο και σε επίπεδο προμηθειών. Μέσω αυτή της στρατηγική έχει κατορθώσει όχι μόνο να προσελκύσει νέες τοποθετήσεις, αλλά και να συγκρατήσει σημαντικό μέρος των κεφαλαίων που απελευθερώνονται από τη λήξη παλαιότερων σειρών, δημιουργώντας μια «αλυσίδα» προϊόντων για τους πελάτες της.
Ενδεικτικό είναι πως τα αμοιβαία της Εθνικής έχουν «σκουπίσει» περί τα 938 εκατ. ευρώ στην κατηγορία, με τη Eurobank να ακολουθεί στα 497,3 εκατ. ευρώ και την Πειραιώς στα 70,5 εκατ. ευρώ, ενώ στον αντίποδα, η Alpha ΑΕΔΑΚ εμφανίζει καθαρές εκροές 299,5 εκατ. ευρώ. Η ένταση και η δυναμική της Εθνικής Asset Management προς τα προϊόντα σταθερού εισοδήματος αποτυπώνεται και στη σύνθεση του ενεργητικού της, όπου περίπου το 83% συγκεντρώνεται σε ομολογιακά αμοιβαία, με τα μεικτά και τα μετοχικά να αντιστοιχούν έκαστο σε κάτι λιγότερο από 6%, όταν στις υπόλοιπες τραπεζικές ΑΕΔΑΚ καταγράφεται μεγαλύτερη ισορροπία στο μείγμα.
Η επέλαση των ξένων δοκιμάζει την εγχώρια «βιτρίνα»…
Πέραν των επιδόσεων και της παραγωγής των ίδιων των εταιρειών διαχείρισης, η μάχη για τα μερίδια αγοράς μεταφέρεται και στη «βιτρίνα». Στην εγχώρια αγορά asset management διαμορφώνονται σταδιακά νέες ισορροπίες, καθώς η διεύρυνση των υπό διαχείριση κεφαλαίων συνοδεύεται από την ολοένα εντονότερη παρουσία διεθνών διαχειριστών στα τραπεζικά δίκτυα. Οι στρατηγικές συνεργασίες που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια διευρύνουν το εύρος των επενδυτικών λύσεων που προσφέρονται στην ελληνική αγορά, αλλά ταυτόχρονα επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της κατανομής του διαθέσιμου χώρου μεταξύ εγχώριας παραγωγής και προϊόντων τρίτων.
Πρόκειται για μια ισορροπία που αποκτά μεγαλύτερη σημασία όσο το asset management εξελίσσεται σε διακριτό πυλώνα ανάπτυξης για τις τράπεζες. Η διείσδυση των third – party προϊόντων μπορεί να ενισχύει τα έσοδα από διανομή και μέρος των εσόδων από διαχείριση (distribution – management fees) εμπλουτίζοντας τη γκάμα των διαθέσιμων επιλογών, ταυτόχρονα όμως θέτει ένα ευρύτερο ζήτημα για την προϊοντική παραγωγή των ίδιων των εγχώριων ΑΕΔΑΚ, αλλά και για τον βαθμό προβολής και εμπορικής προώθησης των δικών τους λύσεων στα τραπεζικά «κανάλια».
Στην αγορά, πάντως, οι απόψεις διίστανται. Άλλοι βλέπουν στα third-party προϊόντα έναν συμπληρωματικό μοχλό ανάπτυξης, άλλοι έναν νέο πόλο ανταγωνισμού για την εγχώρια παραγωγή. Σε κάθε περίπτωση, αργά ή γρήγορα θα απαιτηθεί μια ευρύτερη ανακατανομή του διαθέσιμου «χώρου», καθώς η αυξανόμενη παρουσία των διεθνών διαχειριστών αναμένεται να δοκιμάσει εκ νέου τις προτεραιότητες που διαμορφώνονται εντός των τραπεζικών δικτύων.

