Ο οίκος περιγράφει τη μεγάλη συγκέντρωση σε λίγους εταιρικούς πελάτες ως μια διαρθρωτική ευπάθεια του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, υπογραμμίζει ότι οι τράπεζες έχουν σήμερα ισχυρότερους ισολογισμούς και θα μπορούσαν να απορροφήσουν ακόμη και αρκετά δυσμενή πιστωτικά σοκ.
Η μεγάλη εξυγίανση των τελευταίων ετών έχει αφήσει τις ελληνικές τράπεζες με σαφώς ισχυρότερους ισολογισμούς, πολύ χαμηλότερα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα και μεγαλύτερα κεφαλαιακά αποθέματα, γεγονός που του επιτρέπει να απορροφήσουν ακόμη και αρκετά δυσμενή πιστωτικά σοκ.
Σε αυτή τη διαπίστωση καταλήγουν οι αναλυτές της S&P Global Ratings, οι οποίοι, ενώ διατηρούν θετική άποψη για τις προοπτικές του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, τονίζουν ότι το βασικό σημείο που εξακολουθεί να απαιτεί προσοχή είναι η μεγάλη συγκέντρωση των δανειακών χαρτοφυλακίων σε περιορισμένο αριθμό μεγάλων επιχειρήσεων.
Όπως εξηγούν, τα δάνεια προς μεγάλες επιχειρήσεις αντιστοιχούν στο 42,7% των δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα, έναντι 28,5% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες βρίσκονται μεταξύ των 11 ευρωπαϊκών τραπεζών με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση σε μεγάλους εταιρικούς πελάτες.
Η συγκέντρωση είναι έντονη και στο επίπεδο των μεμονωμένων δανειοληπτών. Οι 20 μεγαλύτεροι πελάτες κάθε τράπεζας αντιστοιχούν στο 12%-18% του συνολικού δανειακού χαρτοφυλακίου της. Αφού ληφθούν υπόψη οι εξασφαλίσεις και οι άλλοι μηχανισμοί περιορισμού του πιστωτικού κινδύνου, τα ανοίγματα προς αυτούς τους πελάτες αντιστοιχούν στο 97%-144% του προσαρμοσμένου κεφαλαίου των τραπεζών.
Η ιδιαιτερότητα του ελληνικού συστήματος είναι ότι οι τέσσερις τράπεζες έχουν σε σημαντικό βαθμό τους ίδιους μεγάλους δανειολήπτες. Ένα σοβαρό πιστωτικό γεγονός σε έναν μεγάλο επιχειρηματικό όμιλο θα μπορούσε έτσι να επηρεάσει ταυτόχρονα περισσότερες από μία τράπεζες.
Τα stress scenarios της S&P
Η S&P εξετάζει σειρά υποθετικών σεναρίων για να αποτιμήσει το μέγεθος αυτού του κινδύνου. Σε περίπτωση ταυτόχρονης αθέτησης υποχρεώσεων από τρεις επιχειρήσεις μέσου μεγέθους μεταξύ των δέκα μεγαλύτερων δανειοληπτών κάθε τράπεζας, με ποσοστό ζημίας 45%, ο δείκτης CET1 θα μπορούσε να μειωθεί κατά 1,5 έως 2,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Σε ένα αυστηρότερο σενάριο, με ποσοστό ζημίας 60%, η επίπτωση ανεβαίνει στις 2 έως 3,1 μονάδες CET1. Σε επίπεδο συστήματος, η συνολική ζημία θα πλησίαζε τα 4 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 15% του συνολικού προσαρμοσμένου κεφαλαίου.
Αν η αθέτηση αφορούσε τους τρεις μεγαλύτερους εταιρικούς δανειολήπτες, το πλήγμα θα μπορούσε να φτάσει τις 2,7 έως 4 ποσοστιαίες μονάδες CET1 ανά τράπεζα.
Η S&P επισημαίνει, πάντως, ότι οι τράπεζες θα μπορούσαν να απορροφήσουν ακόμη και αυτές τις ζημιές. Τα κεφαλαιακά τους περιθώρια πάνω από τις εποπτικές απαιτήσεις πλησιάζουν τις 10 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η πιθανότητα ταυτόχρονης αθέτησης μεγάλων επιχειρήσεων θεωρείται περιορισμένη, καθώς οι συγκεκριμένοι πελάτες συγκαταλέγονται στους οικονομικά ισχυρότερους δανειολήπτες των τραπεζών.
Ναυτιλία, τουρισμός και ενέργεια
Η συγκέντρωση αφορά και τη διάρθρωση του εταιρικού χαρτοφυλακίου ανά κλάδο. Ναυτιλία, τουρισμός και ενέργεια αντιστοιχούν συνολικά σε περίπου 38,7 δισ. ευρώ δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της S&P.
Σε ένα μέτριο σενάριο ύφεσης που θα έπληττε ταυτόχρονα και τους τρεις κλάδους, με αθέτηση του 10% των δανείων και ποσοστό ζημίας 40%, η συνολική επίπτωση θα έφτανε περίπου το 1,5 δισ. ευρώ. Αυτό θα μείωνε τους δείκτες CET1 κατά 0,8 έως 1,2 ποσοστιαίες μονάδες ανά τράπεζα.
Σε μια πολύ σοβαρότερη κρίση, αντίστοιχη σε ένταση με την πτώση της ναυτιλίας μετά το 2008, οι ζημιές θα μπορούσαν να φτάσουν περίπου τα 4,8 δισ. ευρώ, με επίπτωση 2,4 έως 3,6 μονάδες CET1 ανά τράπεζα.
Και σε αυτή την περίπτωση, η S&P εκτιμά ότι τα σημερινά κεφαλαιακά αποθέματα επαρκούν για την απορρόφηση των ζημιών.
Καλύτερη εικόνα στις μεγάλες επιχειρήσεις
Οι αναλυτές του οίκου σημειώνουν, μεταξύ άλλων, ότι η ποιότητα των μεγάλων εταιρικών δανείων λειτουργεί ως αντίβαρο στον κίνδυνο συγκέντρωσης.
Τα NPE ratios των μεγάλων επιχειρηματικών πελατών των ελληνικών τραπεζών κυμαίνονται από 0,6% έως 2,1%, έναντι 2,1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα ποσοστά αυτά είναι αισθητά χαμηλότερα από εκείνα που καταγράφονται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στα παλαιότερα δάνεια των νοικοκυριών.
Η Ελλάδα είναι επίσης η μόνη χώρα στο συγκριτικό δείγμα της S&P στην οποία βελτιώθηκε η δυνατότητα κάλυψης των τόκων από τις 100 μεγαλύτερες επιχειρήσεις μεταξύ 2018 και 2025. Ο σχετικός δείκτης αυξήθηκε από 2,5 φορές σε 3,5 φορές.
Η βελτίωση αυτή συνδέεται τόσο με την άνοδο των λειτουργικών κερδών όσο και με τη μείωση του κόστους χρηματοδότησης. Το μέσο κόστος χρέους των μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων υποχώρησε από 5% το 2018 σε 4,3% το 2025, ακόμη και μέσα σε μια περίοδο κατά την οποία τα επιτόκια της ΕΚΤ αυξήθηκαν σημαντικά.
Πώς δημιουργήθηκε η συγκέντρωση
Η σημερινή δομή των δανειακών χαρτοφυλακίων αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος. Το 2019 η συμμετοχή των μεγάλων επιχειρήσεων στα ελληνικά δανειακά χαρτοφυλάκια βρισκόταν στο 26%, έναντι 29% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη συνέχεια αυξήθηκε σταθερά.
Οι τιτλοποιήσεις μέσω του «Ηρακλή» αφαίρεσαν από τους ισολογισμούς μεγάλο όγκο παλαιών προβληματικών δανείων μικρομεσαίων επιχειρήσεων και νοικοκυριών, αυξάνοντας έτσι το σχετικό βάρος των μεγάλων εταιρειών.
Παράλληλα, το Ταμείο Ανάκαμψης ενίσχυσε τη νέα χρηματοδότηση μεγάλων επενδυτικών σχεδίων μέσω της υποχρεωτικής τραπεζικής συγχρηματοδότησης.
Η S&P εκτιμά ότι η πολύ υψηλή συμμετοχή των μεγάλων επιχειρήσεων στα χαρτοφυλάκια θα υποχωρήσει μόνο σταδιακά. Η χρηματοδότηση προς νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις ανακάμπτει από πολύ χαμηλή βάση, ενώ η ανάπτυξη της αγοράς εταιρικών ομολόγων και η ολοκλήρωση του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης μπορούν επίσης να περιορίσουν σταδιακά την εξάρτηση των μεγάλων επιχειρήσεων από τον τραπεζικό δανεισμό.
Το χρηματοδοτικό κενό των ΜμΕ
Στην ανάλυσή της η S&P αναδεικνύει παράλληλα μια σημαντική ανισορροπία στη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας. Οι μεγάλες επιχειρήσεις παράγουν περίπου το 36,5% της προστιθέμενης αξίας της επιχειρηματικής οικονομίας, αλλά απορροφούν το 62% της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αντίθετα, απασχολούν το 88% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, έναντι 66,6% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό.
Μόλις το 41,4% των ελληνικών ΜμΕ που υπέβαλαν αίτηση για τραπεζικό δάνειο έλαβαν ολόκληρο το ποσό που ζήτησαν, έναντι 67,2% στην ΕΕ. Το 18,7% των αιτήσεων απορρίφθηκε, έναντι 7,1% στην Ευρώπη, ενώ συνολικά το 30,7% των επιχειρήσεων αντιμετώπισε κάποιο εμπόδιο στη χρηματοδότηση, ποσοστό υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η S&P θεωρεί τη μεγάλη συγκέντρωση σε λίγους εταιρικούς πελάτες ως μια ουσιαστική διαρθρωτική ευπάθεια του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, υπογραμμίζει ότι οι τράπεζες έχουν σήμερα ισχυρότερους ισολογισμούς, καλύτερη ποιότητα ενεργητικού και σημαντικά μεγαλύτερα κεφαλαιακά αποθέματα.

