Νέο άλμα στις τιμές πετρελαίου. Τι γίνεται στα χρηματιστήρια. Η ευαλωτότητα των ευρωπαϊκών ομολόγων, προφυλαγμένη προς ώρας η Ελλάδα.
Σε τεντωμένο σχοινί βρίσκονται ενέργεια και αγορές, καθώς το πετρελαϊκό σοκ απειλεί να πυροδοτήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση με επίκεντρο τα ομόλογα. Ο πληθωρισμός επιμένει, τα επιτόκια αυξάνονται και το κόστος δανεισμού εκτοξεύεται, πιέζοντας κράτη, επιχειρήσεις και χρηματιστήρια. Με τις αποδόσεις των κρατικών τίτλων να αγγίζουν υψηλά πολλών δεκαετιών, οι αγορές δοκιμάζουν τις αντοχές τους απέναντι σε μια κρίση που απειλεί να μετατρέψει την ενεργειακή αναταραχή σε ευρύτερη χρηματοοικονομική αστάθεια. Η Ελλάδα παραμένει προς το παρόν σχετικά προφυλαγμένη, αλλά δεν είναι απρόσβλητη από το κύμα των διεθνών πιέσεων.
Οι αγορές βρίσκονται αντιμέτωπες με μια από τις πιο σύνθετες δοκιμασίες των τελευταίων ετών και οι επενδυτές καλούνται να επαναξιολογήσουν ταυτόχρονα τον πληθωρισμό, τα επιτόκια, τα δημόσια ελλείμματα και τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Συνεπώς, το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η τιμή του αργού ή μια προσωρινή αναταραχή στη ναυσιπλοΐα, αλλά η αλληλεπίδραση πολλών κινδύνων που ενισχύουν ο ένας τον άλλον.
Το πετρέλαιο δεν υποχωρεί και ο πληθωρισμός επιστρέφει
Η επιστροφή περισσότερων πετρελαιοφόρων στα Στενά του Ορμούζ θα έπρεπε να λειτουργεί καθησυχαστικά για τις αγορές. Ωστόσο, η αποκατάσταση των μεταφορών δεν αρκεί για να εξαλείψει το ασφάλιστρο κινδύνου που έχει ενσωματωθεί στις τιμές.
Το Brent έφθασε έως τα 103 δολάρια το βαρέλι, για να διορθώσει εν συνεχεία κοντά στα 99 δολάρια, ενώ η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ παρέμενε πάνω από τα 4,41 δολάρια το γαλόνι. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η τιμή του φυσικού πετρελαίου άμεσης παράδοσης, που έφθασε στα 127,42 δολάρια το βαρέλι. Η απόσταση ανάμεσα στα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης και στην τιμή των πραγματικών φορτίων δείχνει ότι τα διυλιστήρια εξακολουθούν να ανταγωνίζονται για να εξασφαλίσουν άμεσες προμήθειες.
Οι απειλές δεν περιορίζονται στα Στενά του Ορμούζ. Οι Χούθι μπορούν να διαταράξουν άλλες κρίσιμες θαλάσσιες οδούς, ενώ οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια και οι περιορισμοί στις εξαγωγές ντίζελ επιβαρύνουν την παγκόσμια προσφορά καυσίμων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της JP Morgan, οι εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων από την περιοχή της Μέσης Ανατολής εξακολουθούν να υπολείπονται κατά περίπου 40% των προπολεμικών επιπέδων.
Παράλληλα, το κόστος μεταφοράς έχει εκτοξευθεί. Η μεταφορά πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή στην Κίνα με υπερδεξαμενόπλοιο, για ένα ταξίδι περίπου 21 ημερών, κόστιζε πρόσφατα το ισοδύναμο των 35 δολαρίων ανά βαρέλι, έναντι λιγότερων από 7 δολαρίων πριν από τον πόλεμο.
Αυτές οι επιβαρύνσεις δεν μένουν στον ενεργειακό κλάδο. Μεταφέρονται σταδιακά στις μεταφορές, στη γεωργία, στη βιομηχανία και στις τιμές των προϊόντων. Και όσο τα αποθέματα μειώνονται, τόσο περιορίζεται η δυνατότητα της αγοράς να απορροφήσει ένα νέο σοκ.
Η αγορά ομολόγων εκπέμπει σήμα κινδύνου
Η μεγαλύτερη ανησυχία αποτυπώνεται στην αγορά κρατικού χρέους. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου έφθασε στο 5,34%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002, ενώ κατέγραψε τη μεγαλύτερη τριμηνιαία άνοδο από το 1994. Οι γαλλικές αποδόσεις κινήθηκαν επίσης σε υψηλά από το 2002, το βρετανικό 30ετές άγγιξε το 6% για πρώτη φορά από το 1998 και οι ιαπωνικές αποδόσεις βρέθηκαν σε υψηλά πολλών δεκαετιών.
Η άνοδος δεν είναι μια τεχνική διακύμανση. Αντανακλά την αυξανόμενη ανησυχία ότι ο πληθωρισμός θα αποδειχθεί πιο επίμονος και ότι οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να διατηρήσουν τα επιτόκια ψηλά για μεγαλύτερο διάστημα ή ακόμη και να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις.
Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις πρέπει να χρηματοδοτήσουν τεράστιες ανάγκες. Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, ενώ η αύξηση των αποδόσεων κάνει ακριβότερη τόσο την έκδοση νέου χρέους όσο και την αναχρηματοδότηση των παλαιότερων ομολόγων που λήγουν.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος, όταν οι κυβερνήσεις δανείζονται ολοένα περισσότερο, οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να απορροφήσουν την αυξημένη προσφορά. Αν παράλληλα φοβούνται ότι ο πληθωρισμός θα διαβρώσει την πραγματική αξία των πληρωμών τους, ζητούν ακόμη μεγαλύτερη αποζημίωση.
Οι λεγόμενοι «τιμωροί των ομολόγων» δεν χρειάζεται να εξαπολύσουν κάποια οργανωμένη επίθεση. Αρκεί να απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις ή να αποφεύγουν τις εκδόσεις που θεωρούν υπερβολικά ριψοκίνδυνες. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, αυξημένο κόστος δανεισμού και στενότερα περιθώρια για τις κυβερνήσεις.
Η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει νέο βάρος
Η πίεση δεν προέρχεται μόνο από τα κρατικά ταμεία. Η έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί πρωτοφανείς χρηματοδοτικές ανάγκες για υποδομές, κέντρα δεδομένων και υπολογιστική ισχύ.
Οι Alphabet, Amazon, Meta, Microsoft και Oracle έχουν εκδώσει ομόλογα συνολικού ύψους 220 δισ. δολαρίων από την αρχή του έτους, ποσό υπερδιπλάσιο από τις εκδόσεις τους την προηγούμενη χρονιά. Οι επενδύσεις αυτές μπορεί να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη, αλλά βραχυπρόθεσμα αυξάνουν την προσφορά εταιρικού χρέους και τον ανταγωνισμό για κεφάλαια.
Οι πρώτες ενδείξεις επιφυλακτικότητας έχουν ήδη εμφανιστεί. Τα περιθώρια αποδόσεων των παγκόσμιων εταιρικών ομολόγων διευρύνθηκαν κατά περίπου πέντε μονάδες βάσης μέσα σε μία εβδομάδα, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο έξι μηνών, σύμφωνα με δείκτη του -. Στα πιο επικίνδυνα τμήματα της αμερικανικής αγοράς, τα spreads ξεπέρασαν τις 1.000 μονάδες βάσης έναντι των κρατικών ομολόγων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αγορά εταιρικού χρέους βρίσκεται ήδη σε κρίση. Δείχνει, όμως, ότι οι επενδυτές δεν αντιμετωπίζουν πλέον όλες τις εκδόσεις ως αυτονόητα ασφαλείς. Εάν το κόστος δανεισμού παραμείνει υψηλό, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να πληρώνουν περισσότερα για να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξή τους, ενώ οι πιο επιβαρυμένοι ισολογισμοί θα γίνουν ευάλωτοι.
Τα χρηματιστήρια μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα
Οι μετοχές βρίσκονται σε μια αντίφαση. Από τη μία πλευρά, η ισχυρή κερδοφορία μεγάλων επιχειρήσεων και η επενδυτική δυναμική της τεχνητής νοημοσύνης έχουν στηρίξει τους χρηματιστηριακούς δείκτες κοντά σε ιστορικά υψηλά. Από την άλλη, οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων αυξάνουν το κόστος κεφαλαίου και κάνουν τις ασφαλέστερες τοποθετήσεις πιο ανταγωνιστικές σε σχέση με τις μετοχές.
Όσο ανεβαίνει η απόδοση ενός κρατικού ομολόγου, τόσο μεγαλύτερη απόδοση πρέπει να προσφέρει μια μετοχή για να δικαιολογήσει τον κίνδυνο. Αυτό μπορεί να πιέσει τις αποτιμήσεις, ιδιαίτερα των εταιρειών ανάπτυξης που στηρίζονται σε προσδοκίες μελλοντικών κερδών.
Εάν προστεθεί μια νέα αύξηση του ενεργειακού κόστους, οι επιχειρήσεις θα αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα υψηλότερες δαπάνες και ακριβότερη χρηματοδότηση. Εάν, πάλι, οι κεντρικές τράπεζες επιλέξουν να περιορίσουν τον πληθωρισμό με αυστηρότερη πολιτική, η ανάπτυξη μπορεί να επιβραδυνθεί. Αυτό είναι το ντόμινο που φοβούνται οι αγορές: το πετρέλαιο πιέζει τα ομόλογα, τα ομόλογα πιέζουν τις μετοχές και το ακριβότερο χρήμα επιστρέφει στην πραγματική οικονομία.
Η Ευρώπη και η εύθραυστη ισορροπία της Ελλάδας
Η Ευρώπη είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη, επειδή συνδυάζει την εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας με υψηλές δημόσιες δανειακές ανάγκες και ασθενέστερες αναπτυξιακές προοπτικές σε σχέση με τις ΗΠΑ. Η άνοδος των αποδόσεων αυξάνει την πίεση σε χώρες με μεγάλο χρέος, καθώς κάθε νέα έκδοση και κάθε αναχρηματοδότηση γίνεται ακριβότερη.
Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των ανησυχιών, με τις δημοσιονομικές δυσκολίες να επιβαρύνουν το κόστος δανεισμού της. Η διεύρυνση των spreads μεταξύ των κρατών της Ευρωζώνης υπενθυμίζει ότι μια γενικευμένη άνοδος των επιτοκίων δεν επηρεάζει όλες τις οικονομίες με τον ίδιο τρόπο.
Η Ελλάδα, με την απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου στο 4,52% και το spread πάνω από τις 100 μονάδες βάσης, παραμένει προς το παρόν προφυλαγμένη από τις εντονότερες αναταράξεις. Ωστόσο, η πορεία της ελληνικής αγοράς εξαρτάται και από τις διεθνείς αποδόσεις, τη διάθεση των επενδυτών για ανάληψη κινδύνου, τις δημοσιονομικές επιδόσεις και την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής.
Η κρίσιμη δοκιμασία δεν έχει τελειώσει
Μια αποκλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και μια ουσιαστική υποχώρηση του πετρελαίου θα μπορούσαν να προσφέρουν ανάσα στις αγορές. Δεν θα έλυναν, όμως, αυτομάτως τα προβλήματα του δημόσιου χρέους, των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και της αυξημένης προσφοράς εταιρικών ομολόγων.
Η αγορά χρειάζεται πλέον περισσότερα από μια προσωρινή πτώση των τιμών του αργού. Χρειάζεται διατηρήσιμη εξομάλυνση της ενεργειακής προσφοράς, σαφέστερη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και πειστική δημοσιονομική πορεία στις μεγάλες οικονομίες.
Μέχρι τότε, η αλληλεπίδραση πετρελαίου, ομολόγων και χρηματιστηρίων θα παραμένει ο βασικός μηχανισμός μετάδοσης της κρίσης. Και όσο οι τρεις αυτές αγορές κινούνται υπό την πίεση των ίδιων κινδύνων, η πιθανότητα μιας ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αναταραχής θα παραμένει ανοιχτή.

