Η Γαλλία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των ανησυχιών της αγοράς ομολόγων. Oι οικονομολόγοι της Berenberg προειδοποιούν ότι οι πιέσεις μπορεί να κορυφωθούν ακόμη και πριν τις προεδρικές εκλογές, και τονίζουν ότι οι χώρες με τις πιο αδύναμες δημοσιονομικές προοπτικές κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν σε έναν φαύλο κύκλο.
Η Γαλλία βρίσκεται πλέον στην πρώτη γραμμή των ανησυχιών της αγοράς ομολόγων και οι οικονομολόγοι της Berenberg προειδοποιούν ότι οι πιέσεις μπορεί να κορυφωθούν ακόμη και πριν από τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Το spread του γαλλικού 10ετούς ομολόγου έναντι του αντίστοιχου γερμανικού Bund έχει φτάσει τις 140 μονάδες βάσης, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002, ενώ η απόδοση του 10ετούς έχει σημειώσει τη μεγαλύτερη άνοδο μεταξύ των μεγάλων οικονομιών που εξετάζει ο οίκος από την αρχή του 2026.
Όπως εξηγούν, η εξέλιξη αυτή αντανακλά πλέον κάτι περισσότερο από το γενικότερο περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων και ακριβότερης ενέργειας. Η αγορά ομολόγων αρχίζει να ενσωματώνει μεγαλύτερο ασφάλιστρο κινδύνου για χώρες με αδύναμη δημοσιονομική εικόνα, και η Γαλλία βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο επίκεντρο.

Η «στιγμή της αλήθειας»
Η πιο αυστηρή προειδοποίηση της Berenberg αφορά το ενδεχόμενο οι αγορές να αναγκάσουν τελικά τη Γαλλία να αλλάξει δημοσιονομική πορεία. Η κυβέρνηση μειοψηφίας του Λεκορνί θα δυσκολευτεί να περάσει έναν προϋπολογισμό που θα αποτρέψει νέα αύξηση του ελλείμματος. Σύμφωνα με τους αναλυτές του οίκου, χωρίς πρόσθετα μέτρα το δημοσιονομικό έλλειμμα θα μπορούσε να αυξηθεί από 5,4% του ΑΕΠ το 2026 σε 6% το 2027.
Διαβάστε ακόμα: Ώρα μηδέν για τη Γαλλία
Παράλληλα, η πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το κλίμα. Η Berenberg μάλιστα χαρακτηρίζει τις δημοσιονομικές προτάσεις τόσο της Μαρίν Λεπέν όσο και του Ζαν-Λικ Μελανσόν ασύμβατες με την ανάγκη σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών. Στην περίπτωση του Μελανσόν, στέκεται ιδιαίτερα στην πρόταση για διαγραφή του γαλλικού δημόσιου χρέους που κατέχει η κεντρική τράπεζα. Eκτιμά ότι μια τέτοια κίνηση θα προκαλούσε σοβαρή αναστάτωση στις αγορές χωρίς να προσφέρει ουσιαστική βελτίωση στη δημοσιονομική βιωσιμότητα, καθώς οι τόκοι αυτών των ομολόγων επιστρέφουν συνήθως στο Δημόσιο.
Πάντως το βασικό σενάριο του οίκου παραμένει ότι η Γαλλία θα καταφέρει να κινηθεί χωρίς ακραία κρίση τουλάχιστον μέχρι τις προεδρικές εκλογές. Η άνοδος των αποδόσεων, ωστόσο, έχει αυξήσει τον κίνδυνο η «στιγμή της αλήθειας», όπως τη χαρακτηρίζει η Berenberg, να έρθει νωρίτερα.
Μπορούν οι αγορές να επιβάλουν διόρθωση;
Αν οι επενδυτές αρχίσουν να απαιτούν ακόμη υψηλότερες αποδόσεις για να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν τα γαλλικά ελλείμματα, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους θα αυξηθεί και άλλο. Αυτό θα επιβαρύνει τη δημοσιονομική εικόνα και θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερα risk premia. Σε μια τέτοια περίπτωση, η δημοσιονομική προσαρμογή θα μπορούσε να επιβληθεί ουσιαστικά από την ίδια την αγορά.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάχωμα σε μια περίοδο μεγάλης αναταραχής. Η Berenberg θεωρεί όμως ότι η ΕΚΤ δεν θα παρείχε στήριξη στη Γαλλία χωρίς παράλληλη επιστροφή σε πιο βιώσιμη δημοσιονομική πολιτική.
Η Γαλλία αντιμετωπίζει κι έναν πρόσθετο περιορισμό καθώς, ως μέλος της Ευρωζώνης, δε μπορεί να καταφύγει στη λύση της υποτίμησης ή της δημιουργίας χρήματος μέσω εθνικού νομίσματος, αναφέρει μεταξύ άλλων η Berenberg. Αυτό σημαίνει ότι αργά ή γρήγορα η προσαρμογή θα πρέπει να γίνει μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής.
Το μήνυμα των spreads
Το ενεργειακό σοκ που συνδέεται με την κρίση στο Ιράν έχει οδηγήσει υψηλότερα τον πληθωρισμό σε πολλές χώρες και έχει ενισχύσει τις προσδοκίες για αυστηρότερη νομισματική πολιτική. Η άνοδος των αποδόσεων, όμως, δεν είναι ίδια παντού. Αυτή η διαφοροποίηση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει σε ποιο βαθμό οι επενδυτές αρχίζουν να απαιτούν πρόσθετη αποζημίωση για τον κίνδυνο κάθε χώρας.
Για τη Berenberg, η Γαλλία και οι ΗΠΑ αποτελούν τις δύο πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Έχουν καταγράψει τις μεγαλύτερες αυξήσεις στις αποδόσεις των 10ετών τίτλων τους και βρίσκονται πλέον στην κορυφή της λίστας δημοσιονομικών ανησυχιών του οίκου.
Αυτός ο μηχανισμός μπορεί εύκολα να γίνει αυτοτροφοδοτούμενος. Τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Αυτό επιδεινώνει τις δημοσιονομικές προοπτικές και οδηγεί τους επενδυτές να ζητούν ακόμη μεγαλύτερη απόδοση. Το υψηλότερο risk premium ανεβάζει ξανά το κόστος χρηματοδότησης. Γι’ αυτό οι οικονομολόγοι της Berenberg προειδοποιούν ότι οι χώρες με τις πιο αδύναμες δημοσιονομικές προοπτικές κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν σε έναν φαύλο κύκλο.

