Image default
Ανάλυση Πρώτο Θέμα

Οι αντιφάσεις του J. SCHUMPETER (ΙI)

Η  Θεωρία  της  οικονομικής  ανάπτυξης  ακούγεται  σαν  μια  ανάλυση  του  αποκαλούμενου  υπανάπτυκτου  κόσμου.  Όμως  το  1912  η  ιδιαίτερη  οικονομική  θέση  και  τα  προβλήματα  αυτού του «κόσμου» δεν είχαν ακόμα αρχίσει να συζητούνται ‐ διανύαμε ακόμα την εποχή  της  ασύστολης  αποικιοκρατίας.  Το  βιβλίο  του  Schumpeter  αφορούσε  ένα  διαφορετικό  είδος  ανάπτυξης  ‐  τον  τρόπο  με  τον  οποίο  ο  καπιταλισμός  αναπτύσσει  την  τάση  του  για  επέκταση.  Με  ύφος  επιστημονικό  και  ανιαρό  (αν  και  δεν  του  έλειπαν  οι  αναλαμπές),  το  βιβλίο  δεν  θα  έδινε  στον  τυχαίο  αναγνώστη  την  εντύπωση  συγγράμματος  με  πολιτική  βαρύτητα.  

Ωστόσο,  αυτή  η  ακαδημαϊκή  πραγματεία  ήταν  γραφτό  να  αποτελέσει  τη  βάση  για μια από τις πιο βαρυσήμαντες ερμηνείες του καπιταλισμού που γράφτηκαν ποτέ.  Η παρουσίαση ξεκινά με το γνωστό αντιφατικό τρόπο του Schumpeter. Είναι ένα βιβλίο για  την καπιταλιστική ανάπτυξη και δυναμική αλλά ξεκινά με μια περιγραφή της καπιταλιστικής  οικονομίας όπου η ανάπτυξη είναι εντελώς ανύπαρκτη. Το αρχικό πορτρέτο που ζωγραφίζει  ο Schumpeter δείχνει έναν καπιταλισμό χωρίς το συστατικό εκείνο που έφερε την ανάπτυξη  στον  κόσμο  του  Smith,  του  Mill,  του  Marx  και  του  Keynes  ‐  δηλαδή,  της  συσσώρευσης  κεφαλαίου.  Αντ’  αυτού,  ο  Schumpeter  ζωγραφίζει  έναν  καπιταλισμό  χωρίς  συσσώρευση  ‐  έναν  καπιταλισμό  του  οποίου  η  παραγωγική  ροή  είναι  εντελώς  στατική  και  αμετάβλητη,  που  αναπαράγεται  σε  μια  «κυκλική  ροή»,  η  οποία  ποτέ  δεν  μεταβάλλει  και  ποτέ  δεν  επεκτείνει τη δημιουργία πλούτου.  Αυτό το μοντέλο μοιάζει με τη στάσιμη κατάσταση που οραματίστηκαν ο Ricardo και ο Mill,  με τη διαφορά ότι η στάσιμη κατάσταση αποτελούσε το τέλος του καπιταλισμού για τους  πρώτους, ενώ για τον Schumpeter ήταν το σκηνικό για την αρχή του καπιταλισμού. Άρα θα  πρέπει να εξετάσουμε λίγο πιο προσεκτικά τα χαρακτηριστικά της κυκλικής ροής. Επειδή το  σύστημα  δεν  έχει  κεκτημένη  ταχύτητα,  η  αδράνεια  είναι  ο  κανόνας  της  οικονομικής  του  ζωής:  «Όλες  οι  γνώσεις  και  οι  συνήθειες»,  γράφει  ο  Schumpeter,  «από  τη  στιγμή  που  αποκτούνται,  ριζώνουν  μέσα  μας  τόσο  σταθερά  όσο  και  οι  ράγιες  του  σιδηρόδρομου  στη  γη».300  Έτσι,  έχοντας  ανακαλύψει  εμπειρικά  την  οικονομική  πορεία  που  μας  συμφέρει  περισσότερο,  την  επαναλαμβάνουμε  μηχανικά.  Η  οικονομική  ζωή  μπορεί  στην  αρχή  να  ήταν μια πρόκληση αλλά στη συνέχεια έγινε συνήθεια. 

Ακόμα  πιο  σημαντικό  είναι  ότι,  σ’  αυτή  την  αμετάβλητη  ροή,  ο  ανταγωνισμός  θα  έχει  εξαλείψει  όλα  τα  κέρδη  που  υπερβαίνουν  την  αξία  της  συμβολής  του  καθενός  στην  παραγωγή. Αυτό σημαίνει ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργοδοτών θα τους αναγκάζει να  καταβάλλουν στους εργαζόμενους την πλήρη αξία του προϊόντος που παράγουν και ότι οι  ιδιοκτήτες  γης  ή  άλλου  φυσικού  πλούτου,  κατά  την  ίδια  έννοια,  θα  εισπράττουν  ως  πρόσοδο  την  όποια  αξία  συνεισφέρουν  οι  πόροι  τους.  Έτσι  οι  εργαζόμενοι  και  οι  γαιοκτήμονες θα εξασφαλίζουν το μερίδιό τους στην κυκλική ροή. Και οι κεφαλαιοκράτες;  Άλλη  μια  έκπληξη  εδώ.  Οι  κεφαλαιοκράτες  δεν  θα  εισπράττουν  τίποτε  πέραν  του  μισθού  τους  ως  διευθυντών.  

Κι  αυτό  επειδή  κάθε  συμβολή  στην  αξία  της  παραγωγής  που  προέρχεται από τα κεφαλαιουχικά αγαθά που τους ανήκουν θα έχει πλήρως απορροφηθεί  από την αξία της εργασίας που απαιτήθηκε για την κατασκευή αυτών των αγαθών συν την  αξία των πόρων που αναλώθηκαν για την κατασκευή τους. Έτσι, ακριβώς όπως προβλέψανε  ο Ricardo και ο Mill, σε μια στατική οικονομία δεν υπάρχει θέση για το κέρδος!    Γιατί όμως μας παρουσιάζει ο Schumpeter μια εικόνα του συστήματος τόσο περίεργη ‐ για  να μην πούμε τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά; Ίσως να έχουμε ήδη μαντέψει πού αποσκοπεί η  μέθοδός του: το μοντέλο ενός στατικού καπιταλισμού είναι μια προσπάθεια να εξηγηθεί η  προέλευση του κέρδους.  Η  πηγή  των  κερδών  είναι  ένα  ζήτημα  που  έθιξαν  με  πολλή  επιφύλαξη  οι  περισσότεροι  οικονομολόγοι.  Ο  Smith  αμφιταλαντευόταν  ανάμεσα  στην  παρουσίαση  του  κέρδους  σαν  μια μορφή παρακράτησης από την αξία που δημιουργούσε η εργασία και την παρουσίασή  του σαν μια μορφή ανεξάρτητης απόδοσης που εμπεριέχει το ίδιο το κεφάλαιο. Βέβαια, αν  τα  κέρδη  ήταν  μια  μορφή  κράτησης,  σύμφωνα  με  αυτή  την  ερμηνεία  οι  εργάτες  ήταν  «ριγμένοι»∙  αν πάλι  ήταν συμβολή του κεφαλαίου, θα έπρεπε  να εξηγηθεί  γιατί τα κέρδη  πήγαιναν στον ιδιοκτήτη του μηχανήματος και όχι στον εφευρέτη του ή τον χρήστη του. 

Ο  Mill  εισηγήθηκε  ότι  τα  κέρδη  ήταν  η  ανταμοιβή  για  την  «αποχή»  των  κεφαλαιοκρατών,  αλλά δεν εξήγησε γιατί οι καπιταλιστές δικαιούνταν ανταμοιβή για μια δραστηριότητα που  ήταν  καταφανώς  προς  όφελός  τους.  Άλλοι  πάλι  οικονομολόγοι  ερμήνευσαν  το  κέρδος  ως  τις αποδοχές του «κεφαλαίου», λες και το ίδιο το φτυάρι πληρωνόταν για τη συμμετοχή του  στην παραγωγική διαδικασία. Ο Marx, βέβαια, είπε ότι ο Smith κατά βάση είχε δίκιο αν και  ο ίδιος δεν το γνώριζε ‐ ότι τα κέρδη ήταν μια παρακράτηση από την πραγματική αξία που  δημιουργούσε ο εργαζόμενος. Αλλά αυτό ήταν μέρος της θεωρίας της εργασιακής θεωρίας  της αξίας, που όλοι τη θεωρούσαν εσφαλμένη και άρα δεν τη λάβαιναν υπόψη.  Ο  Schumpeter  παρουσίασε  τώρα  μια  ευφυέστατη  απάντηση  σ’  αυτό  το  επίμαχο  θέμα.  Τα  κέρδη,  είπε.  δεν  προέρχονται  από  την  εκμετάλλευση  της  εργασίας  ή  τις  απολαβές  του  κεφαλαίου.  Είναι  το  αποτέλεσμα  μιας  εντελώς  διαφορετικής  διαδικασίας.  Τα  κέρδη  εμφανίζονται σε μια στατική οικονομία όταν η κυκλική ροή δεν κατορθώνει να ακολουθήσει  τη συνηθισμένη της πορεία.  Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί αυτή η παντελώς εξωπραγματική κυκλική ροή είναι  τόσο ευφυής ως σημείο εκκίνησης. 

Διότι απ’ όλες τις δυνάμεις που τείνουν να διασπάσουν  τη  ρουτίνα,  μία  δύναμη  ξεχωρίζει:  είναι  η  εισαγωγή  στην  κυκλική  ροή  τεχνολογικών  ή  οργανωτικών  καινοτομιών  ‐  νέων  ή  φθηνότερων  τρόπων  να  φτιάχνουμε  πράγματα  ή  τρόπων  να  φτιάχνουμε  εντελώς  νέα  πράγματα.  Ως  αποτέλεσμα  αυτών  των  καινοτομιών,  δημιουργείται  μια  ροή  εισοδήματος  που  δεν  μπορεί  να  αποδοθεί  ούτε  στη  συμβολή  της  εργασίας  ούτε  στη  συμβολή  των  ιδιοκτητών  των  πόρων.  Μια  νέα  παραγωγική  διαδικασία  επιτρέπει στον καινοτόμο καπιταλιστή να παράγει τα ίδια αγαθά με τους ανταγωνιστές του, 

αλλά  με  χαμηλότερο  κόστος,  ακριβώς  όπως  ένα  χωράφι  σε  ευνοϊκή  τοποθεσία  επιτρέπει  στον  ιδιοκτήτη  του  να  παράγει  καλλιέργειες  πιο  φτηνά  από  ένα  χωράφι  λιγότερο  αποδοτικό.  Πάλι,  ακριβώς  όπως  ο  τυχερός  γαιοκτήμονας,  ο  καινοτόμος  καπιταλιστής  εισπράττει  τώρα  «πρόσοδο»  από  τη  διαφορά  στο  κόστος.  Αλλά  αυτή  η  πρόσοδος  δεν  προέρχεται  από  θεόσταλτα  πλεονεκτήματα  στην  τοποθεσία  ή  τη  γονιμότητα  της  γης.  Πηγάζει από τη θέληση και την ευφυΐα του καινοτόμου, και θα εξαφανιστεί από τη στιγμή  που και οι άλλοι καπιταλιστές θα μάθουν τις μεθόδους του πρωτοπόρου. Συνεπώς, η νέα  ροή δεν είναι μια λίγο πολύ μόνιμη πρόσοδος. Είναι ένα εντελώς προσωρινό κέρδος.  Μια  καινοτομία  απαιτεί  την  ύπαρξη  ενός  καινοτόμου  ‐  κάποιου  που  ευθύνεται  για  το  συνδυασμό των συντελεστών της παραγωγής με νέους τρόπους. Προφανώς δεν πρόκειται  για έναν «φυσιολογικό» επιχειρηματία που ακολουθεί τις καθιερωμένες νόρμες. 

Το άτομο  που φέρνει αλλαγές στην οικονομική ζωή είναι αντιπρόσωπος μιας διαφορετικής τάξης ‐ ή,  για να ακριβολογούμε, μιας διαφορετικής ομάδας, καθώς οι νεωτεριστές δεν προέρχονται  κατ’  ανάγκην  από  συγκεκριμένη  κοινωνική  τάξη.  Ο  Schumpeter  πήρε  μια  παλιά  λέξη  του  οικονομικού  λεξιλογίου  και  τη  χρησιμοποίησε  για  να  βαφτίσει  αυτούς  τους  επαναστάτες  της  παραγωγής.  Τους  ονόμασε  entrepreneurs  (από  τη  γαλλική  λέξη  για  «αυτόν  που  επιχειρεί»). Οι entrepreneurs και οι καινοτόμες δραστηριότητές τους ήταν έτσι η πηγή του  κέρδους στο καπιταλιστικό σύστημα.    Στη  Θεωρία  της  οικονομικής  ανάπτυξης  θα  βρει  κανείς  πολύ  περισσότερα  πράγματα  από  έναν  παιάνα  στον  καινοτόμο  επιχειρηματία.  Από  την  ανάλυση  του  Schumpeter  για  τις  επιπτώσεις των καινοτομιών στην κυκλική ροή αναδεικνύεται μια θεωρία όχι μόνο για την  προέλευση  του  κέρδους  αλλά  και  για  την  προέλευση  του  τόκου  και  της  πίστης  και,  επιπλέον, μια εξήγηση των οικονομικών κύκλων.

 Κατά τον Schumpeter, οι καινοτομίες ήταν  συνήθως  έργο  των  πρωτοπόρων  αλλά  εκεί  που  το  να  πρωτοπορείς  είναι  σπάνιο  και  δύσκολο,  το  να  ακολουθείς  είναι  εύκολο.  Πίσω  από  τον  καινοτόμο  ακολουθεί  ολόκληρο  σμάρι ‐κατά το χαρακτηρισμό του Schumpeter‐ από μιμητές. Με αυτό τον τρόπο, η αρχική  βελτίωση  γενικεύεται  σε  όλο  το  εύρος  της  βιομηχανίας  και,  μετά  από  τραπεζικούς  δανεισμούς  και  επενδύσεις,  ακολουθεί  η  περίοδος  της  οικονομικής  άνθησης.  Ωστόσο,  η  ίδια  η  γενίκευση  της  καινοτομίας  τής  αφαιρεί  το  συγκριτικό  της  πλεονέκτημα.  Ο  ανταγωνισμός συμπιέζει τις τιμές στα επίπεδα του νέου κόστους παραγωγής και τα κέρδη  εξανεμίζονται καθώς επανέρχεται η ρουτίνα. Καθώς μειώνονται τα κέρδη, λιγοστεύουν και  οι επενδύσεις. Μάλιστα, μπορεί να προκύψει και κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας  καθώς  κάποιοι  από  το  σμάρι  των  μιμητών  αποδεικνύεται  ότι  έκαναν  άκαιρες  ή  κακομεθοδευμένες επενδύσεις.  Θα  έλθουμε  και  πάλι  στην  εξήγηση  που  έδωσε  ο  Schumpeter  για  τον  οικονομικό  κύκλο,  αλλά τώρα μας ενδιαφέρει η έμφαση που έδωσε στο ρόλο του καινοτόμου επιχειρηματία.  

Σημειώστε  ότι  ο  καινοτόμος  δεν  είναι  κατ’  ανάγκην  ο  ίδιος  ο  προσποριζόμενος  τα  κέρδη,  ακόμα κι αν είναι αυτός που δημιούργησε τα κέρδη. Τα κέρδη πηγαίνουν στον ιδιοκτήτη της  επιχείρησης, όπως και η έγγειος πρόσοδος πηγαίνει στο γαιοκτήμονα. Ακόμα περισσότερο  από  τον  καπιταλιστή  του  Ricardo,  ο  καινοτόμος  του  Schumpeter  χάνει  το  μερίδιο  του  τού  εισοδήματος εξαιτίας της δυναμικής της διαδικασίας που ο ίδιος έθεσε σε κίνηση.  Επιπλέον,  το  επιχειρηματικό  δαιμόνιο  δεν  είναι  ένα  επάγγελμα  ή  ένα  αξίωμα  που  μπορεί  να μεταβιβαστεί από τη μια γενιά στην άλλη. Είναι μια ειδική μορφή ηγετικών ικανοτήτων ‐ όχι του είδους που αναδεικνύει στρατηλάτες και μεγάλους πολιτικούς‐ αλλά ένα λιγότερο  κοινωνικά  αναγνωρισμένο  ταλέντο  για  την  αναγνώριση  και  αξιοποίηση  των 

επιχειρηματικών ευκαιριών, για το οποίο η κοινωνία δεν τρέφει την ίδια εκτίμηση.  Θα καταλάβουμε, συνεπώς, [γράφει ο Schumpeter] ότι δεν παρατηρούμε [στο ρόλο του καινοτόμου επιχειρηματία] την ανάδειξη όλων εκείνων των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας που λαμπρύνουν όλες τις άλλες μορφές κοινωνικής ηγεσίας. 

Προσθέστε σ’ αυτό την επισφαλή οικονομική θέση του επιχειρηματία σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο και το γεγονός ότι, όταν η οικονομική του επιτυχία τον ανεβάζει κοινωνικά, δεν έχει το στήριγμα της πνευματικής παράδοσης ή προδιάθεσης αλλά κινείται στην κοινωνία σαν ένας νεόπλουτος που οι τρόποι του εύκολα γίνονται αντικείμενο χλευασμού, και θα καταλάβουμε γιατί αυτός ο τύπος δεν υπήρξε ποτέ δημοφιλής.

Γιατί, λοιπόν, αναλαμβάνει ο καινοτόμος επιχειρηματίας να  φέρει σε  πέρας το επισφαλές  και συχνά άχαρο έργο του; «Πρώτα απ’ όλα», λέει ο Schumpeter, «υπάρχει το όνειρο και η  επιθυμία  να  ιδρύσει  ένα  ιδιωτικό  βασίλειο,  και  συνήθως,  αλλά  όχι  κατ’  ανάγκη,  και  μια  δυναστεία… Έπειτα υπάρχει η επιθυμία για κατακτήσεις: η παρόρμηση να αναμετρηθεί, να  αποδειχτεί ανώτερος των άλλων, να επιτύχει όχι για τους καρπούς της επιτυχίας του αλλά  για την ίδια την επιτυχία: …Τέλος, υπάρχει η χαρά της δημιουργίας, της επίτευξης στόχων, ή  απλά της άσκησης της ενεργητικότητας και της φαντασίας του ατόμου».302  Πρόκειται  για  ένα  περίεργο  πορτρέτο,  ενός  ατόμου  που  διαπνέεται  από  το  ένστικτο  της  δεξιότητας  όπως  το  ύμνησε  ο  Veblen  και  ταυτόχρονα  από  την  αρπακτική  ορμή  που  τόσο  απεχθανόταν. Βεβαίως, δεν υπάρχει η επιθυμία για τη δημόσια εκτίμηση που αποτελεί το  κίνητρο  του  συσσωρεύοντος  καπιταλιστή  του  Smith,  ούτε  οι  περίπλοκες  πιέσεις  που  αναγκάζουν τους μεγιστάνες του Marx να επεκτείνουν το κεφάλαιό τους. Ο επιχειρηματίας  του  Schumpeter  μοιάζει  περισσότερο  με  κάποια  ρομαντική  μορφή,  κάτι  σαν  περιπλανώμενος  ιππότης  του  συστήματος.  Χωρίς,  κατ’  ανάγκη,  να  ανήκει  ο  ίδιος  στην  αστική  τάξη,  φιλοδοξεί  να  γίνει  μέλος  της  και,  κατά  την  επιδίωξη  της  φιλοδοξίας  του,  εμφυσά  πνοή  ζωής  σε  μια  κοινωνία  που  αλλιώς  θα  ήταν  τόσο  στάσιμη  όσο  η  παλιά,  θεοσεβούμενη, εμπορική κοινωνία στο Buddenbrooks του Thomas Man. Επιπλέον, όπως θα  δούμε  παρακάτω,  ο  καινοτόμος  επιχειρηματίας  παίζει  ένα  ρόλο  με  ακόμα  μεγαλύτερες  συνέπειες από εκείνες που ρητά επισήμανε ο ίδιος ο Schumpeter. Κι αυτό όμως θα πρέπει  να περιμένει την ολοκλήρωση της εξήγησης του οράματος του Schumpeter.    Η  Θεωρία  της  οικονομικής  ανάπτυξης  εγκαινίασε  την  πανεπιστημιακή  καριέρα  του  Schumpeter, η οποία διακόπηκε για ένα σύντομο μόνο χρονικό διάστημα αμέσως μετά από  τον  Α’  Παγκόσμιο  Πόλεμο  λόγω  απασχολήσεώς  του  στο  δημόσιο  και  με  επιχειρήσεις.  Το  1919 δέχτηκε να συμμετάσχει σε μια επιτροπή για την εθνικοποίηση της βιομηχανίας που  σύστησε  η  νέα  σοσιαλιστική  κυβέρνηση  της  Γερμανίας.  

Ένας  νεαρός  οικονομολόγος  τον  ρώτησε  πώς  κάποιος  που  είχε  εξυμνήσει  τόσο  την  ιδιωτική  πρωτοβουλία  μπορούσε  να  συμμετέχει  σε  μια  επιτροπή  που  σκοπό  είχε  την  εθνικοποίησή  της.  «Αν  κάποιος  θέλει  να  αυτοκτονήσει»303  του  απάντησε  ο  Schumpeter,  «είναι  καλό  να  παρευρίσκεται  ένας  γιατρός».  Το  ίδιο  έτος  τού  ζητήθηκε  να  αναλάβει  υπουργός  οικονομικών  στη  νεοσύστατη  κεντροαριστερή  κυβέρνηση  της  Αυστρίας.  Εκπόνησε  ένα  φιλόδοξο  σχέδιο  για  τη  σταθεροποίηση  του  αυστριακού  νομίσματος  αλλά  συγκρούσεις  και  διαφωνίες  τον  ανάγκασαν  να  παραιτηθεί  προτού  εξασφαλίσει  την  έγκριση  του  σχεδίου  του.  Το  πιθανότερο  είναι  ότι  θα  αποτύγχανε  ‐  τίποτα  δεν  μπορούσε  να  σταματήσει  το  πληθωριστικό κύμα που φούσκωνε εκείνο τον καιρό. Ακολούθησε ένα μικρό διάστημα που  υπηρέτησε ως πρόεδρος της Τράπεζας Biedermann, μιας ιδιωτικής τράπεζας της Βιέννης, η  οποία  όμως  καταποντίστηκε  μέσα  στην  οικονομική  θύελλα  (και  από  την  ανεντιμότητα  κάποιων  εταίρων  της).  Όταν  η  τράπεζα  χρεοκόπησε,  ο  τελευταίος  της  πρόεδρος  βρέθηκε επιβαρημένος  με  μεγάλο  προσωπικό  χρέος.  

Είναι  ενδεικτικό  του  χαρακτήρα  αυτού  του  αριστοκράτη  ότι  προτίμησε  να  πληρώσει  τους  πιστωτές  του  μέχρι  τελευταίου  σελινίου  παρά να καλυφθεί πίσω από τους νόμους περί πτωχεύσεως ‐ παρότι αυτό του κόστισε όλο  του  το  κεφάλαιο  συν  τακτικές  αφαιμάξεις  από  τα  εισοδήματά  του  για  τα  επόμενα  δέκα  χρόνια.  Τα  χτυπήματα  της  μοίρας  δεν  σταμάτησαν  εκεί:  παντρεύτηκε  τη  γοητευτική  21χρονη  κόρη  της  επιστάτριας  της  πολυκατοικίας  της  μητέρας  του  ‐με  την  οποία  ήταν  ερωτευμένος  πέντε  ολόκληρα  χρόνια  και  την  είχε  στείλει  σε  σχολεία  στο  Παρίσι  και  την  Ελβετία  για  να  την  προετοιμάσει  για  το  ρόλο  της  συζύγου  του‐  και  πριν  περάσει  χρόνος  πέθανε πάνω στη γέννα του παιδιού τους, μια απώλεια που έκανε ακόμα πιο σκοτεινή την  ήδη καταθλιπτική προσωπικότητα του Schumpeter.304  Μετά  απ’  αυτό  ξεκίνησε  η  πραγματική  καριέρα  του,  πρώτα  ως  επισκέπτη  καθηγητή  στην  Ιαπωνία,  μετά  στη  Γερμανία  και  λίγο  αργότερα  στο  Χάρβαρντ,  όπου  οι  τρόποι  του  και  το  πανωφόρι  του  γρήγορα  τον  ανέδειξαν  σε  πασίγνωστη  φιγούρα  του  πανεπιστημίου.  Εκεί  παντρεύτηκε την Ελίζαμπεθ Μπούντι, επίσης οικονομολόγο. Εκεί έκανε και τη δήλωση ότι η  ύφεση είναι ένα καλό κρύο douche, μια δήλωση που, τουλάχιστον ένας από τους φοιτητές  του, δεν ξέχασε ποτέ.  

Εκτός  των  άλλων,  η  ύφεση  ήταν  και  μια  δοκιμασία  των  απόψεων  του  Schumpeter.  Αν  ο  καπιταλισμός  αντλούσε  την  ενέργειά  του  από  τις  καινοτομίες  των  επιχειρηματιών,  γιατί  άραγε  αυτές  έλειπαν  στα  μαύρα  χρόνια  της  δεκαετίας  του  1930;  Ο  Keynes  είχε  πει  ότι  η  ύφεση αντικατόπτριζε το επίπεδο των προσδοκιών των επιχειρηματιών, αλλά η θεωρία του  δεν  τον  υποχρέωνε  να  εξηγήσει  γιατί  είχαν  χάσει  το  «κέφι»  τους.  Ο  Schumpeter  αντιμετώπιζε ένα πιο δύσκολο καθήκον επειδή είχε ερμηνεύσει τον οικονομικό κύκλο μέσω  καινοτομιών  και  επιχειρηματιών  που  τις  αξιοποιούν.  Η  ατέρμων  περίοδος  της  ύφεσης  απαιτούσε  τώρα  να  εξηγηθούν  οι  λόγοι  που  καθυστερούσαν  να  εμφανιστούν  νέες  καινοτομίες.  Ο Schumpeter στηρίχτηκε σε δύο ερμηνείες στους Οικονομικούς κύκλους (Business Cycles),  ένα  δίτομο  έργο  1000  σελίδων  που  κυκλοφόρησε  το  1939.  Απέδωσε  τη  σοβαρότητα  της  ύφεσης  εν  μέρει  στο  γεγονός  ότι  υπάρχουν  όχι  ένα  αλλά  τρία  διαφορετικά  είδη  οικονομικών  κύκλων  ‐ένας  μικρής  διάρκειας,  ένας  δεύτερος  που  επαναλαμβάνεται  κάθε  εφτά έως έντεκα χρόνια, και ένας τρίτος με έναν παρατεταμένο ρυθμό πενήντα ετών που  συνδέεται  με  τις  εφευρέσεις  εκείνες  που  αφήνουν  εποχή  όπως  η  ατμομηχανή  ή  το  αυτοκίνητο‐  και  ότι  και  οι  τρεις  αυτοί  κύκλοι  συνέπεσαν  να  «πιάσουν  πάτο»  ταυτόχρονα.  

Ένας  δεύτερος  λόγος  ήταν  η  αρνητική  επίδραση  εξωτερικών  παραγόντων,  που  ποίκιλλαν  από  τη  Ρωσική  Επανάσταση  ως  τη  γενικά  αναποτελεσματική  πολιτική  της  κυβέρνησης.  Αυτοί οι λόγοι υπερέβαιναν τα όρια της θεωρίας των οικονομικών κύκλων αλλά δεν έπαυαν  να συμβάλλουν στην κρισιμότητα της κατάστασης.  Δεν  έλειπαν  τα  έγκυρα  επιχειρήματα  από  αυτή  την  ανάλυση  της  κρίσης  αν  και  ποτέ  δεν  αποδείχτηκε  ικανοποιητικά  ότι  το  σμάρι  των  επιχειρηματιών  ήταν  υπεύθυνο  για  τους  οικονομικούς κύκλους. Ωστόσο, το βιβλίο του Schumpeter μάς ενδιαφέρει για έναν εντελώς  διαφορετικό λόγο: ότι ο καπιταλισμός, όπως και κάθε άλλο οικονομικό σύστημα, «ουκ επ’  άρτω μόνω ζήσεται». Απαιτεί και πίστη ‐ σ’ αυτή την περίπτωση, πίστη στις αξίες και αρετές  του πολιτισμού τον οποίο παράγει ο καπιταλισμός και ο οποίος πολιτισμός με τη σειρά του  αναπαράγει τον καπιταλισμό. Και, παρά την οικονομική επιτυχία του συστήματος, η πίστη  αυτή έχανε τη δυναμική της.  Έτσι,  για  άλλη  μια  φορά,  το  βιβλίο  τελειώνει  με  μια  αντιφατική  νότα.  Αν  κρινόταν  σε  καθαρά  οικονομική  βάση,  ο  καπιταλισμός  δεν  είχε  φάει  ακόμα  τα  ψωμιά  του∙  μάλιστα, όπως λέει ο  Schumpeter  στην  προτελευταία πρόταση, αν  ήταν  σωστό το ερμηνευτικό του  σχήμα με τους τρεις αλληλεπιδρώντες επενδυτικούς κύκλους, οι επόμενες τρεις δεκαετίες  θα  έπρεπε  να  είναι  πολύ  πιο  ακμαίες  από  τις  προηγούμενες  δύο.  

Σαν  ανησυχητικό  επιστέγασμα, όμως, έρχεται η τελευταία πρόταση: «Αλλά η κοινωνιολογική κατεύθυνση δεν  αναμένεται να μεταβληθεί».305  Νύξεις αυτού του επιχειρήματος βρίσκουμε ήδη στη Θεωρία της οικονομικής ανάπτυξης και  κάτι  περισσότερο  από  νύξεις  στους  Οικονομικούς  κύκλους.  Όμως  η  πλήρως  αναπτυγμένη  εικόνα του μέλλοντος του καπιταλισμού δεν θα αναδυθεί παρά το 1942, όταν ο Schumpeter  κυκλοφόρησε  το  Καπιταλισμός,  Σοσιαλισμός  και  Δημοκρατία  (Capitalism,  Socialism  and  Democracy), ένα βιβλίο που άλλαξε τον τρόπο που σκεφτόμαστε για το σύστημα.  Το  βιβλίο  ξεκινά  με  τον  Marx.  Περιέργως,  ο  Schumpeter,  παρ’  όλο  που  ήταν  εξαιρετικά  εγωκεντρικός, όριζε το διανοητικό κόσμο του όχι τόσο υποστηρίζοντας τις δικές του θέσεις  όσο σε αντίθεση προς τους άλλους. 

Ο κακός του δαίμονας ήταν κυρίως ο Keynes, καθώς ο  Schumpeter  δεν  ήταν  μόνο  φιλοσοφικά  αντίθετος  στο  κεϊνσιανό  όραμα  αλλά  και  εξοργισμένος  απ’  το  γεγονός  ότι  ο  Keynes  συγκέντρωνε  πάνω  του  τα  φώτα  της  δημοσιότητας  και  το  θαυμασμό  ολόκληρου  του  κόσμου  ενώ  ο  ίδιος  έπρεπε  να  αρκείται  στην  αναγνώριση  των  συναδέλφων  του  στον  ακαδημαϊκό  κόσμο.  Αν  και  δεν  ήταν  στο  χαρακτήρα  του,  του  ήταν  αδύνατο  να  αποτίσει  στον  Keynes  το  φόρο  τιμής  που  του  άξιζε:  όταν  κυκλοφόρησε  η  Γενική  θεωρία,  ο  Schumpeter  έγραψε  μια  βιβλιοκρισία  με  πολλές  φιλοφρονήσεις  προς  το  συγγραφέα  («ένας  απ’  τους  ευφυέστερους  άνδρες  που  έχουν  αναλώσει τις ενέργειές τους στα οικονομικά προβλήματα») αλλά απορρίπτοντας το ίδιο το  βιβλίο με τρόπο απρεπή και, πράγμα χειρότερο, δείχνοντας να μην το έχει καταλάβει («όσο  λιγότερα πούμε γι’ αυτό τόσο το καλύτερο»).

  Αλλά  ο  πραγματικός  ανταγωνιστής  στο  διανοητικό  κόσμο  του  Schumpeter  δεν  ήταν  ο  Keynes αλλά ο Marx. Ο Schumpeter είχε μελετήσει τον Marx κατά τα φοιτητικά του χρόνια  και είχε συμμετάσχει σε συζητήσεις σεμιναρίων με διανοητές όπως ο Ρούντολφ Χίλφερντιγκ  και  ο  Όττο  Μπάουερ,  δύο  από  τους  πιο  διακεκριμένους  νεαρούς  μαρξιστές  θεωρητικούς  εκείνων των ημερών. Ήταν καλύτερα εξοικειωμένος από οποιονδήποτε άλλο οικονομολόγο  της Δύσης με το έργο του Marx όπως το γνώριζαν τότε ‐ ας μην ξεχνάμε ότι μεγάλο μέρος  του  έργου  του  έγινε  γνωστό  στους  Άγγλους  και  τους  Αμερικανούς  μόνο  μετά  το  1950.  Τα  χρόνια που δίδασκε στο Χάρβαρντ, ο Schumpeter ήταν πάντα πρόθυμος να συζητήσει τον  Marx  με  τους  νεότερους  συναδέλφους  του  και  μάλιστα,  σε  σχέση  με  τον  Keynes,  ήταν  λιγότερο προκατειλημμένος έναντι του Marx! 

Δεν είναι λοιπόν αξιοπερίεργο που το βιβλίο  του  Καπιταλισμός,  Σοσιαλισμός  και  Δημοκρατία  αρχίζει  με  τον  Marx,  καθώς  αυτόν  θεωρούσε τον μοναδικό άξιο αντίπαλό του.  Ο  Προφήτης  Marx,  ο  Κοινωνιολόγος  Marx,  ο  Οικονομολόγος  Marx,  ο  Δάσκαλος  Marx:  με  αυτά  τα  τέσσερα  κεφάλαια  ξεκινά  το  βιβλίο  του.  Ίσως  είναι  ήδη  προφανές  πού  συμφωνούσαν  και  πού  διαφωνούσαν  οι  δύο  άνδρες.  Για  τον  Marx  η  ουσία  του  καπιταλισμού  είναι  η  διαλεκτική  αλλαγή  και  η  αυτοδημιούργητη  ανισορροπία.  Γι’  αυτά  ο  Schumpeter  δεν  έχει  καμιά  αντίρρηση  ‐  μάλιστα,  η  μαρξιστική  άποψη  για  την  εγγενή  εξέλιξη  του  καπιταλισμού  αποτελεί  αναμφίβολα  την  πηγή  της  θεωρίας  του  Schumpeter.  Ωστόσο,  ο  Marx  τοποθετεί  την  πηγή  αυτού  του  δυναμισμού  στην  πάλη  μεταξύ  της  εργατικής τάξης και της τάξης των ιδιοκτητών ‐ μια πάλη που συνεχώς αποσπά υπεραξία κι  έτσι  δημιουργεί  κίνητρα  για  όλους  τους  καπιταλιστές  (και  όχι  μόνο  τους  καινοτόμους)  να  προστατεύσουν τα κέρδη τους με καινοτομίες που εξοικονομούν εργασία.  

Στο  σημείο  αυτό  ο  Schumpeter  απομακρύνεται  από  τον  Marx.  Προτείνει  μια  διαφορετική θεώρηση  του  συστήματος  ‐  μια  θεώρηση  που  υπογραμμίζει  την  «αστική»  πλευρά  του  καπιταλισμού και όχι τις άπληστες και αρπακτικές όψεις του. Για τον Schumpeter αυτό το  αστικό  συστατικό  στοιχείο  ήταν  η  πολιτιστική  έκφραση  του  ορθολογιστή,  ηδονοθήρα  επιχειρηματία, τον οποίο θεωρούσε το ακριβές αντίθετο του παράτολμου, υπερφιλόδοξου  πολεμιστή. «Η εξέλιξη του αστικού τρόπου ζωής»307 γράφει, «θα μπορούσε εύκολα και ίσως  πιο γλαφυρά να περιγραφεί μέσα από την ιστορία της γένεσης του πρωινού ενδύματος» ‐  μια παρατήρηση επάξια του Veblen. Έτσι, σύμφωνα με τον Schumpeter, ο καπιταλισμός δεν  εξασφαλίζει  την  υψίστης  σημασίας  ορμή  του  από  την  κεντρική  φιγούρα  του,  τον  αστό  καπιταλιστή,  αλλά  από  ένα  τρίτο  πρόσωπο,  έναν  παρείσακτο  ‐  τον  καινοτόμο  επιχειρηματία.  

Ο  Marx  ή  ο  Veblen  θα  αμφισβητούσαν  ότι  υπάρχει  διαφορά,  αλλά  αυτή  ακριβώς η διαφορά είναι αποφασιστικής σημασίας για την ερμηνεία του συστήματος κατά  τον Schumpeter.  Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε σε άλλες διαφορές του με τον Marx. Ο Schumpeter μπορεί  να μην έχει ακριβή αντίληψη του μεγέθους του αντιπάλου του, αλλά είναι σαφές ότι έδωσε  την περιγραφή μιας φοβερής διάνοιας, και ένιωθε υποχρεωμένος να αναμετρηθεί μ’ αυτήν  και  να  τη  νικήσει  στο  δικό  της  γήπεδο.  Κι  αυτό  ακριβώς  επιχειρεί  να  κάνει.  Καθώς  γυρίζουμε σελίδα μετά το κεφάλαιο Ο Δάσκαλος Marx, διαβάζουμε τον τίτλο του επόμενου  κεφαλαίου:  «Μπορεί  να  επιζήσει  ο  καπιταλισμός;»  Η  απάντηση  που  δίνει  αποτελεί  διπλή  έκπληξη: «Όχι. Δεν νομίζω ότι μπορεί».  Αλλά  αν  ο  καπιταλισμός  είναι  καταδικασμένος,  δεν  μπορεί  να  είναι  για  τους  λόγους  που  δίνει  ο  Marx.  Κι  έτσι  διαβάζουμε  μια  αριστοτεχνική  περιγραφή  αυτού  που  ο  Schumpeter  ονομάζει «ευλογοφανή καπιταλισμό». Τι είναι ο ευλογοφανής καπιταλισμός; Μοιάζει πολύ  με  μια  προσεκτικά  επεξεργασμένη  εκδοχή  του  σεναρίου  που  είχε  ήδη  παρουσιάσει  ο  Keynes,  ενός  σεναρίου  των  δυνατοτήτων  για  έναν  αιώνα  ανάπτυξης.  Εδώ  ο  Schumpeter  είναι στις φόρμες του. Οι φόβοι των θεωρητικών της στασιμότητας ως προς τις μειούμενες  επενδυτικές  ευκαιρίες  απορρίπτονται  χωρίς  πολλά‐πολλά:  η  κατάκτηση  των  αιθέρων308  έλεγε,  θα  είναι  εξίσου  σπουδαία  με  την  κατάκτηση  των  Ινδιών.  

Οι  ανησυχίες  των  άλλων  οικονομολόγων  για  την  παράλυση  που  θα  επέφερε  η  επέκταση  των  μονοπωλίων  απορρίπτονται  με  την  ίδια  ευκολία,  με  μια  περιγραφή  της  καπιταλιστικής  καινοτομίας  ως  «ακατάπαυστης  θύελλας  δημιουργικής  καταστροφής»309  στην  οποία  υπεύθυνοι  για  τις  καινοτομίες  είναι  τα  ίδια  τα  «μονοπώλια».  Δημιουργείται  έτσι  το  υπόβαθρο  γι’  αυτό  που  φαίνεται  να  είναι  μια  άμεση  αντίκρουση  των  απόψεων  του  Marx.  Ο  ευλογοφανής  καπιταλισμός  είναι  ένα  εκλογικευμένο  μοντέλο  ενός  οικονομικού  συστήματος  που  βρίσκεται σε μια διαδικασία αδιάκοπης αυτοανανεούμενης ανάπτυξης.  Εδώ όμως έρχεται η αντίφαση του Schumpeter: ο καπιταλισμός μπορεί να είναι οικονομική  επιτυχία  αλλά  δεν  είναι  κοινωνιολογική  επιτυχία.  Αυτό  συμβαίνει  επειδή,  όπως  είδαμε,  η  οικονομική βάση του καπιταλισμού δημιουργεί την ιδεολογική του υπερδομή ‐ ορθολογική  μάλλον  παρά  ρομαντική,  κριτική  μάλλον  παρά  ηρωική,  σχεδιασμένη  για  ανθρώπους  με  κουστούμια παρά με πανοπλία. Τελικά, αυτή η καπιταλιστική νοοτροπία είναι που θα φέρει  την κατάρρευση του συστήματος:  Ο καπιταλισμός δημιουργεί μια επικριτική νοοτροπία που, αφού καταστρέφει το ηθικό κύρος πλήθους άλλων θεσμών, τελικά στρέφεται ενάντια στους δικούς του θεσμούς• ο αστός ανακαλύπτει προς μεγάλη του έκπληξη ότι η ορθολογιστική στάση δεν σταματά στα διαπιστευτήρια βασιλέων και παπών, αλλά προχωρά σε επιθέσεις εναντίον της ατομικής ιδιοκτησίας και του όλου οικοδομήματος των αστικών αξιών.


Σχετικα αρθρα

Χρηματιστήριο: Επτά συνεχόμενες εβδομάδες ανόδου

admin

Eurobank: Σε πλειστηριασμό εργατικές κατοικίες για 28.000 Ε

admin

ΕΚΤ: Νέα αύξηση επιτοκίων – Έπεται και συνέχεια…

admin

Πολύ νωρίς  για  παγκόσμια αισιοδοξία-KENNETH ROGOFF

admin

ΙΟΒΕ: Σε υψηλό δέκα μηνών ο δείκτης οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα

admin

Alpha Bank:Πληθωρισμός και κινήσεις των δομικών του στοιχείων στην Ελλάδα

admin

Αύριο οι ανακοινώσεις του πανευρωπαϊκού stress test των τραπεζών

fastpath

Η μεγάλη προσπάθεια του Abramovich να σώσει την Ουκρανία, τη φήμη του και την περιουσία του

admin

Fitch: Αναβάθμισε την Ελλάδα σε ΒΒ+, μια μόλις βαθμίδα κάτω από την επενδυτική!

admin

Ιανουάριος τεσσάρων ψηφίων και μεγάλων συγκινήσεων στο Χρηματιστήριο

admin

Το δολάριο δεν χάνει τον θρόνο του

admin

Χρηματιστήριο: 1.004 μονάδες ο ΓΔ – Το υψηλότερο κλείσιμο από το 2014

admin